Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 02.11.2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΕΜΠΤΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ (Λκ 16,19-31)
«Νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι»
 
Καὶ πάλι παραβολὴ ἀκούσαμε σήμερα ἀπὸ τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο, τὴν παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.
Κάποιος ἄνθρωπος ἦταν πλούσιος ποὺ ντυνόταν πάντα μὲ πορφύρα καὶ βύσσο, καὶ καθημερινὰ εἶχε πλούσιο τραπέζι. Ἦταν καὶ ἕνας πτωχός, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λάζαρο, καὶ ἦταν πληγωμένος καὶ πεταμένος στὴν πορτάρα τοῦ πλουσίου, μήπως καὶ φάη κανένα ψίχουλο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔπεφτα ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου, καὶ ἐπὶ πλέον τὰ σκυλιὰ τοῦ ἔγλειφαν τὶς πληγές. Ἦρθε ὅμως ἡ ὥρα νὰ πεθάνη ὁ πτωχὸς καὶ νὰ τὸν μεταφέρουν οἱ ἄγγελοι στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ. Πέθανε καὶ ὁ πλούσιος καὶ τὸν ἔθαψαν. Ἀπὸ τὸν ᾅδη ὅπου βασανιζόταν σήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε ἀπὸ μακρυὰ τὸν Ἀβραὰμ νὰ ἔχη στὴν ἀγκαλιά του τὸν Λάζαρο. Φώναξε τότε καὶ εἶπε˙ Πατέρα Ἀβραάμ, ἐλέησέ με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ μοῦ δροσίση τὴν γλῶσσα μὲ τὴν ἀκρη τοῦ δακτύλου του, διότι  καίγομαι. Ὁ Ἀβραὰμ τοῦ ἀπάντησε˙ Παιδί μου θυμήσου ὅτι σὺ ἀπόλαυσες τὰ ἀγαθά σου στὴν ζωή σου, καὶ ὁ Λάζαρος ἐπίσης τὰ κακά. Τώρα ἐδῶ καλοπερνᾶ καὶ σὺ ὑποφέρεις. Ἐπὶ πλέον μᾶς χωρίζει χάσμα, ποὺ δὲν μποροῦμε, καὶ νὰ θέλωμε, νὰ τὸ περάσουμε, οὔτε ἐσεῖς ἐδῶ νὰ ‘ρθῆτε. Καὶ εἶπε˙ Σὲ παρακαλῶ νὰ τὸν στείλης στὸ σπίτι μου, διότι ἔχω ἄλλους πέντε ἀδελφούς, νὰ τοὺς μιλήση, γιὰ νὰ μὴν ἔρθουν καὶ ἐκεῖνοι στὸν τόπο αὐτὸ μὲ τὰ βάσανα. Τοῦ λέγει ὁ Ἀβραάμ˙ Ἔχουν τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, αὐτοὺς νὰ ἀκούσουν. Καὶ ξανὰ εἶπε˙ Ὄχι, πατέρα Ἀβραάμ, ἀλλὰ ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς πάει καὶ τοὺς μιλήσει, θὰ μετανοήσουν. Γιὰ νὰ τοῦ πῆ τελικά˙ Ἐὰν δὲν ἀκοῦνε τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, τότε, καὶ ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστηθῆ, δὲν θὰ πεισθοῦν.
Ὅλοι ἔχομε μία ἀπορία καὶ θέλομε νὰ μάθωμε καὶ νὰ ξέρωμε τὶ γίνεται μετὰ τὸν θάνατο. Ἂν ὑπάρχει κάτι, καὶ τί. Σὲ αὐτὸ τὸ ἐναγώνιο ἐρώτημα ἀπαντάει ὁ Κύριος μὲ τὴν σημερινὴ παραβολή. Ἀνοίγει ὁ Κύριος ἕνα παράθυρο στὸν οὐρανό, ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ δοῦμε τὴν συνέχεια τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν θάνατο. 
Τὸ σίγουρο καὶ βέβαιο εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν τελειώνει στὸν τάφο. Ἡ πλάκα τοῦ τάφου εἶναι μία πόρτα ἀπὸ τὴν ὁποία περνᾶμε καὶ μπαίνομε σὲ ἕναν ἄλλο κόσμο, καὶ αὐτὸν τὸν κόσμο μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος. Ἑπομένως κρατᾶμε ὡς σίγουρο ὅτι ὑπάρχει συνέχεια. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ λένε˙ Καὶ ποιὸς ἦρθε ἀπὸ ἐκεῖ νὰ μᾶς πῆ τὶ ὑπάρχει; Θέλετε πιὸ ἔγκυρο μάρτυρα ἀπὸ τὸν Χριστό; Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἦρθε ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν πνευμάτων, καὶ μᾶς μιλάει καὶ μᾶς ἀποκαλύπτει καὶ μᾶς ἀπαντάει μὲ τὸν πιὸ πειστικὸ τρόπο στὸ ἐρώτημα ποὺ μᾶς βασανίζει. Ναὶ, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος κόσμος, ὡς συνέχεια ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, ποὺ περνᾶμε τώρα, κόσμος πνευματικὸς καὶ αἰώνιος.
Στὸν μετὰ τὸν θάνατο κόσμο, λέγει ὁ Κύριος, ὑπάρχουν δύο τόποι, δύο καταστάσεις. Ὑπάρχει «ὁ κόλπος τοῦ Ἀβραὰμ» καὶ «ὁ τόπος τῆς βασάνου». Οἱ δύο αὐτὲς καταστάσεις λέγονται ἀλλοιῶς, παράδεισος καὶ κόλασις. Αὐτὰ συναντᾶμε μετὰ τὸν θάνατο. Βέβαια σήμερα ὁ ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ ἀκούη γιὰ κόλασι καὶ παράδεισο. Κλείνει τὰ μάτια του στὴν πραγματικότητα, ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος, καὶ δὲν θέλει νὰ δῆ τὴν ἀλήθεια. Μᾶς λένε πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴν μιλᾶμε γιὰ κόλασι. Πραγματικὰ, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ποὺ μᾶς τὰ ἀποκαλύπτει, δὲν θὰ μιλοῦσαμε γιὰ κάτι ποὺ δὲν ὑπάρχει. Ὅμως ὁ ἀληθινὸς λόγος τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νὰ ἀκούγεται καὶ νὰ διαλαλῆται, εἴτε μᾶς ἀρέσει εἴτε ὄχι. Μὲ εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ ἀκοῦμε τὸν Κύριο, καὶ νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε ποὺ δὲν ἔκρυψε τίποτε, ἀλλὰ μᾶς τὰ ἀποκάλυψε ὅλα, γιὰ νὰ ξέρωμε ἐμεῖς, τὶ πρέπει νὰ κάνωμε, ἀφοῦ ξέρομε τώρα τὶ μᾶς περιμένει μετὰ τὸν θάνατο.
Ὑπάρχει λοιπὸν, κόλασις καὶ παράδεισος. Ὁ πτωχὸς Λάζαρος, βλέπετε εἶναι γραμμένο καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πτωχοῦ, ἐδῶ στὴν πρόσκαιρη ζωή του  περνοῦσε δύσκολα καὶ ὑπέφερε. Ὅμως εἶχε ὑπομονὴ καὶ καρτερία. Ἦταν εὐχαριστημένος καὶ μὲ τὰ ψίχουλα, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου, γιὰ νὰ σπάση τὴν πεῖνα του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ἦταν περιορισμένα, διότι τὰ σκυλιὰ ποὺ τοῦ ἔγλειφαν τὶς πληγές, λίγα τοῦ ἄφηναν. Ἔτσι ἀγόγγυστα πέρασε τὴν ζωή του. Ἀλλὰ ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, ἄγγελοι παρέλαβαν τὴν ψυχή του καὶ τὴν ἔφεραν στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, δηλαδή στὸν παράδεισο. Ἐδῶ στὴν γῆ, πτωχὸς ἀλλὰ μὲ ὑπομονή, πληγωμένος ἀλλὰ μὲ καρτερία, δυστυχισμένος ἀλλὰ χωρὶς κανένα γογγυσμό. Μετὰ τὸν θάνατο εἶχε συντροφιὰ τοὺς ἀγγέλους, ποὺ τὸν πῆγαν στὸν παράδεισο.
Ὁ πλούσιος, ἐδῶ στὴ γῆ περνοῦσε τὴν ζωή του πλουσιοπάροχα, μὲ ἄνεσι πλούτου, καὶ διασκέδασι, τὰ εἶχε ὅλα, καὶ τὸ γλέντι σὲ καθημερινὴ βᾶσι. Μετὰ τὸν θάνατο, λέγει ὁ Κύριος, ἁπλῶς τὸν ἔθαψαν. Σίγουρα τοῦ κάνανε πλούσια κηδεία, μὲ μπάντες, καὶ λόγους, καὶ στεφάνια, καὶ κόσμο πολύ. Δὲν ἦρθαν ἄγγελοι νὰ τοῦ πάρουν τὴν ψυχή, ἀλλὰ βρέθηκε στὸν «τόπο τῆς βασάνου». Αὐτὸς ποὺ τὰ εἶχε ὅλα, τὼρα παρακαλάει γιὰ μιὰ σταγόνα νερό, νὰ δροσίση τὴν κάψα του.
Ὁ πτωχὸς μετὰ θάνατον βρέθηκε στὸν παράδεισο, ὄχι διότι ἦταν πτωχὸς, ἀλλὰ διότι εἶχε ὑπομονὴ, καρτερία καὶ ἐλπίδα. Ὁ πλούσιος βρέθηκε στὴν κόλασι, ὄχι διότι ἦταν πλούσιος, ἀλλὰ διότι ἦταν σκληρὸς, φίλος τῶν ἡδονῶν, χωρὶς ἀγάπη, ἄκαρδος. Πλούσιος ἦταν καὶ ὁ Ἀβραάμ, ἀλλὰ δὲν ἔτρωγε ποτὲ, ἄν δὲν εἶχε ξένον στὸ τραπέζι νὰ φάη μαζί του. Ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς ἔβλεπε τὸν πτωχὸ στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τὸν ἄφηνε νηστικό, μὰ οὔτε καὶ οἱ ὑπηρέτες τοῦ σπιτιοῦ δὲν τὸν λογάριαζαν καὶ δὲν τὸν συμπονοῦσαν, ἀλλὰ τὸν ἄφηναν νὰ ὑποφέρη. Στὸ τέλος βεβαίως κέρδισε ἡ ὑπομονή, ἡ καρτερία καὶ ἡ ἀγογγυσία τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου. Στὴν γῆ ὑπέφερε, ἀλλὰ στὸν οὐρανὸ εὐφραίνεται, ἀντίθετα ὁ σκληρὸς καὶ ἄκαρδος πλούσιος, στὴν γῆ εὐφραινόταν καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς, ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατο, βρέθηκε στὸν τόπο τῆς αἰωνίου βασάνου. Ὁ Κύριος μᾶς ἄφησε νὰ δοῦμε πέρα ἀπὸ τὸν τάφο, καὶ μᾶς δίδαξε ἀκόμη καὶ τὶ πρέπει νὰ κάνωμε ἐδῶ στὴν ζωή, γιὰ νὰ ἔχωμε ἐκεῖ μιὰ θέσι στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, μιὰ θέσι στὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Δηλαδὴ μᾶς δίδαξε τὸν δρόμο γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 19.10.2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΡΙΤΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ (Λκ 7,11-16)
«Μή κλαῖε!»
 Θαῦμα ἀναστάσεως νεκροῦ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο.
Πορευόταν ὁ Κύριος πρὸς μία πόλι ποὺ τὴν ἔλεγαν Ναΐν. Καὶ βέβαια τὸν Κύριο ἀκολουθοῦσαν ἀρκετοὶ μαθητές του καὶ πολὺς κόσμος. Καὶ ὅταν πλησίασαν στὴν πύλη, γιὰ νὰ μποῦν στὴν πόλι, νά, καὶ μετέφεραν γιὰ ταφὴ νεκρὸ μοναχοπαίδι, καὶ ἡ μάνα του ἦταν χήρα, καὶ συνόδευε μαζί τους κόσμος πολὺς ἀπὸ τὴν πόλι. Ὅταν τὴν εἶδε ὁ Κύριος, τὴν σπλαγχνίσθηκε καὶ τῆς εἶπε˙ Μήν κλαῖς. Καὶ πλησιάζοντας ἀκούμπησε τὸ χέρι του στὸ φέρετρο, καὶ οἱ νεκροκουβαλητὲς στάθηκαν, καὶ εἶπε˙ Νέο παιδί, σὲ σένα σοῦ λέγω, σήκω ὄρθιο. Καὶ ὁ νεκρὸς ἀνακάθισε καὶ ἄρχισε νὰ μιλάη, καὶ τὸν παρέδωσε στὴν μητέρα του ζωντανό. Ὅλους τοὺς ἔπιασε φόβος καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ λέγοντας ὅτι, παρουσιάσθηκε μεγάλος προφήτης ἀνάμεσά μας, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐπισκέφθηκε τὸν λαό του.
Ὁ Κύριος ἔκανε πολλὰ θαύματα. Ἔσβησε τὸν πυρετὸ τῆς πεθερᾶς τοῦ Πέτρου, ἔδωσε φῶς σὲ τυφλούς, φωνὴ σὲ κωφούς, ἔδιωξε λέπρα, σήκωσε παραλύτους, καθάρισε δαιμονισμένους, ἀνέστησε νεκρούς. Ἀνέστησε τὸν υἱὸ τῆς χήρας στὴν Ναΐν. Μόνο μὲ μία φρᾶσι. Τόσο ἁπλᾶ!
Ἔξω ἀπὸ τὴν Ναΐν ἔγινε μία συνάντησις. Ἀπὸ τὴν πόλι ἔβγαινε μία πορεία καὶ πλῆθος κόσμου, ποὺ συνόδευαν νεκρὸ στὴν τελευταία του κατοικία. Μπροστὰ ἦταν ὁ νεκρὸς. Στὴν πόλι ἔμπαινε μία ἄλλη πορεία ποὺ συνόδευε τὸν κύριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, τὸν Χριστό. Ὁ θάνατος ἀπὸ τὴν μία καὶ ἡ ζωὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Καὶ ὁ Χριστὸς κάλεσε τὸν πεθαμένο νὰ γυρίση στὴν ζωή. Ὁ νεκρὸς ὑπήκουσε καὶ γύρισε πίσω. Σηκώθηκε ἀπὸ τὸ νεκροκράββατο, καὶ ὁ Χριστὸς τὸν παρέδωσε στὴν μητέρα του, ποὺ ἦταν χήρα καὶ τὸ παιδί της ἦταν μονάκριβο. Ἡ ἀνάστασις ἔγινε μπροστὰ στὰ μάτια αὐτῶν ποὺ συνόδευαν τὸν νεκρὸ καὶ αὐτῶν ποὺ συνόδευαν τὴν ζωή. Ἡ ζωὴ νίκησε τὸν θάνατο. Τὸ θαῦμα ἔγινε.
Τὰ θαύματα ὁ Κύριος δὲν τὰ κάνει γιὰ νὰ θαμπώση καὶ νὰ ἐκπλήξη τὸν κόσμο. Τὰ κάνει γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τὸν ἀληθινὸ καὶ παντοδύναμο Θεό. Μὲ τὰ θαύματα, ποὺ κάνει ὁ Κύριος, ἀποκαλύπτεται, φανερώνεται ποιὸς εἶναι, γιὰ νὰ τὸν πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ σωθοῦν. Αὐτὸς ποὺ διατάζει τὸν ἄνεμο νὰ σιωπήση καὶ αὐτὸς ποὺ διατάζει τὸν νεκρὸ νὰ σηκωθῆ, εἶναι ὁ ἴδιος, εἶναι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινός, ποὺ ἦρθε στὴν γῆ ὡς ἄνθρωπος γιὰ νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο.
Ἀποκαλύπτεται ὡς Θεὸς ποὺ ἐξουσιάζει τὴν φύσι, ποὺ θεραπεύει τὶς πιὸ μικρὲς μέχρι τὶς πιὸ βαρειὲς ἀσθένειες, διώχνει τὰ πονηρὰ πνεύματα, καὶ νικάει τὸν θάνατο. Ἀποκαλύπτεται ὄχι μόνο ὡς Θεός, ποὺ εἶναι πάνω ἀπὸ τὸν θάνατο ἐξουσιαστής, ἀλλὰ καὶ Θεὸς φιλάνθρωπος. Εἶδε τὴν συνοδεία τοῦ νεκροῦ, τὸν κόσμο νὰ θλίβεται, τὴν μάνα χήρα καὶ ἔρημη μετὰ τὸν θάνατο τοῦ μονάκριβου υἱοῦ της. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἄφησαν τὸν Κύριο ἀσυγκίνητο. Τὸν βλέπομε, χωρὶς νὰ τοῦ τὸ ζητήση κανεὶς, νὰ σπεύδη νὰ παρηγορήση τὴν μάνα καὶ νὰ τῆς λέγει˙ «Μή κλαῖε!»
Σὲ μιὰ τέτοια στιγμή ἀβάσταχτου θρήνου χήρας, γιὰ τὸν θάνατο τοῦ μονάκριβου, δὲν βοηθάει ἡ προτροπή˙ «Μή κλαῖε!» Ὅμως ἐδῶ τὸ λέει ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τί θὰ ἐπακολουθήσει. Αὐτὸς ἐξουσιάζει τὰ πάντα, καὶ τὸν θάνατο. Σὲ λίγο, μπροστὰ τὰ ἔκπληκτα μάτια ὅλων, θὰ παραδώση ζῶντα τὸν υἱὸ στὴν θλιμμένη μητέρα. Ἐξουσιαστικὰ καὶ μὲ τὴν θεϊκή του παντοδυναμία, λέγει ὁ Κύριος στὴν μητέρα νὰ μὴν κλαίη.
Τὴν ἴδια προτροπὴ δίνει ὁ Κύριος σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Διότι, ὅπως ἔχει τὴν δύναμι καὶ ἐξουσία νὰ σταματάη τὴν πορεία τοῦ θανάτου καὶ νὰ ἀνασταίνη τὸν υἱὸ τῆς χήρας στὴν Ναΐν, ἔτσι ἔχει τὴν δύναμι καὶ ἐξουσία νὰ ἀνασταίνη ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Ὅλους μᾶς περιμένει ὁ θάνατος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει˙ «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι χωρίζεται ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο ἐπανέρχεται ἀπὸ ὅπου προῆλθε, ἡ ψυχὴ ὅμως δὲν πεθαίνει, δὲν χάνεται, δὲν σβήνει, δὲν ἐξαφανίζεται. Περιμένει τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου γιὰ νὰ ἑνωθῆ πάλι μὲ τὸ σῶμα της, ὅπως ἔγινε στὴν Ναΐν. Κάλεσε ὁ Κύριος τὴν ψυχὴ τοῦ νέου νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸ σῶμα της. Καὶ ἔτσι ἔγινε. Φώναξε ὁ Κύριος˙ «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι» καὶ ὁ νέος σηκώθηκε ἀμέσως. Οἱ ψυχὲς τῶν τεθνεώτων ἀπὸ τὴν ὥρα τοῦ θανάτου περιμένουν αὐτὴν τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου. Αὐτὸ θὰ γίνη ὅταν τὸ θελήση ὁ Κύριος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνη αὐτό, γιὰ νὰ ἀποδοθῆ στὸν καθένα, κατὰ τρόπο ἀπόλυτα δίκαιο, ὅ,τι τοῦ ἀξίζει. Ὁ Παῦλος λέγει, ὅτι μᾶς περιμένει μιὰ φορὰ ὁ θάνατος, καὶ συνεχίζει, «Μετὰ δὲ ταῦτα κρίσις».
Στὴν Ναΐν ἀπέδειξε ὁ Κύριος ὅτι τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου θὰ συναντηθῆ μὲ τὴν ἀθάνατη ψυχή του. Μὲ τὸν θάνατο σταματάει ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἡ ζωὴ συνεχίζεται, διότι ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος γιὰ νὰ ζῆ ἀθάνατος στὴν αἰωνιότητα μαζί μὲ τὸν Κύριο.
Αὐτὴ ἡ ἐλπίδα εἶναι καὶ ἡ μεγάλη παρηγοριά μας, σὲ ὧρες θλίψεων γιὰ τὸν θάνατο ἀγαπημένων μας προσώπων. Δὲν εἶναι ἁμαρτία ἡ θλῖψις γιὰ τὸν θάνατο προσφιλῶν μας προσώπου. Ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀπελπισία, ποὺ μᾶς παραλύει ἀπὸ κάθε πνευματικὴ προσπάθεια. Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπελπισία μᾶς ὁδηγεῖ πολλὲς φορὲς στὴν ἄρνησι τοῦ Θεοῦ. Δυστυχῶς συμβαίνει πολλὲς φορὲς ἡ θλῖψις καὶ ἡ δοκιμασία, ἀντὶ νὰ μᾶς φέρουν πιὸ κοντὰ στὸν Θεό, νὰ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν ἄρνησι καὶ ἀπιστία.
Στὴν Ναΐν ἔδειξε ὁ Κύριος ὅτι γνωρίζει τὰ προβλήματά μας καὶ μᾶς ἀντιλαμβάνεται. Ἐμεῖς πρέπει νὰ τοῦ ἔχωμε ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ δεχόμαστε ὅσα αὐτὸς ἐπιτρέπει νὰ γίνωνται στὴν ζωή μας, διότι εἶναι κατὰ τὴν θέλησί του. Βλέπομε τὴν γυναῖκα πῶς δέχεται τὸν παρηγορη-τικὸ λόγο τοῦ Κυρίου. Δὲν λέγει˙ «Δὲν βλέπεις τὶ τραβάω; Τί μοῦ λὲς νὰ μήν κλαίω;», ἀλλὰ περιμένει καὶ ἐλπίζει, καὶ στὸ τέλος ἐπιβραβεύεται.
Ὁ Κύριος μᾶς λέγει νὰ μὴν θρηνοῦμε, νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε. Αὐτὸς εἶναι ἡ ζωή. Ἦρθε ἐδῶ στὴν γῆ γιὰ νὰ χαρίση τὴν ζωὴ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ἄν τὰ χρόνια τοῦ βίου μας εἶναι μετρημένα ἐδῶ στὴν γῆ, τὰ χρόνια τῆς ζωῆς μας κοντὰ στὸν Κύριο εἶναι ἀμέτρητα καὶ ἀτελεύτητα στὸν οὐρανό. Λέγει˙ «Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσιν καὶ περισσὸν ἔχωσι». Δηλ. Ἦρθα γιὰ νὰ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι ζωὴ καὶ περισσότερο ἀπὸ τὴν ζωή. Τὸ περισσότερο ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ στοὺς οὐρανούς.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 05.10.2014


ΚΥΡΙΑΚΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ (Λκ 6,31-36)

«Καὶ ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ ὑψίστου»
«Εἶπεν ὁ Κύριος», καὶ ἐμεῖς δώσαμε προσοχὴ καὶ τὸν ἀκούσαμε νὰ μᾶς λέγη˙

Ὅπως θέλετε νὰ σᾶς φέρωνται οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἐσεῖς νὰ κάνετε σὲ αὐτοὺς τὸ ἴδιο. Καὶ ἐὰν ἀγαπᾶτε αὐτοὺς ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποιὸ τὸ ὄφελος; Ἀφοῦ καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀγαποῦν ὅσους τοὺς ἀγαποῦν. Καὶ ἐὰν κάνετε τὸ καλὸ σὲ αὐτοὺς ποὺ σᾶς κάνουν καλό, ποιὰ χάρι ἔχετε; Ἀφοῦ καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ ἴδιο κάνουν. Καὶ ἐὰν δανείζετε ἀπὸ ὅπου ἐλπίζετε νὰ κερδίσετε, ποιὰ χάρι ἔχετε; Ἀφοῦ καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ σὲ ἁμαρτωλοὺς δανείζουν γιὰ νὰ πάρουν πίσω τὰ ἴδια. Ἐσεῖς, ἀντίθετα, νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, κάνετε τὸ καλὸ καὶ νὰ δανείζετε, χωρὶς νὰ ἀπελπίζεσθε, καὶ θὰ εἶναι ἡ ἀμοιβή σας μεγάλη καὶ θὰ γίνετε παιδιὰ τοῦ Ὑψίστου, διότι αὐτὸς παρευρίσκεται καὶ στοὺς ἀχαρίστους καὶ στοὺς πονηρούς. Λοιπὸν νὰ γίνεσθε σπλαγχνικοί, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ Πατέρας σας εἶναι φιλεύσπλαγχνος.

Εἶπε καὶ ἄλλα ὁ Κύριος. Ἐδῶ ἔχομε μόνο ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν μεγάλη διδασκαλία ποὺ ἔκανε στὸ Ὄρος. Καὶ στὸ σύντομο αὐτὸ κείμενο, μικρὸ μέρος θὰ πάρουμε. Μόνον τὴν ἀρχή. «Καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Νὰ, μόνο μία φρᾶσι ποὺ κλείνει μέσα της ὅλο τὸν νόμο, ὅλες τὶς διατάξεις συμπεριφορᾶς, ποὺ πρέπει νὰ ξέρη ὁ ἄνθρωπος, καὶ νὰ ἐφαρμόζη στὴν ζωή του, γιὰ νὰ εἶναι, ὅπως μᾶς θέλει ὁ Κύριος.

Κάποιοι τὴν φρᾶσι αὐτὴ τὴν ὀνόμασαν, «χρυσὸ κανόνα». Καὶ πραγματικὰ εἶναι καθαρός, πολύτιμος ὁδηγός, γιὰ μιὰ χριστιανικὴ ζωή. Ὅταν τραβᾶμε μὲ τὸ χέρι μας μία γραμμή, ποτὲ δὲν εἶναι ἴσια, δὲν καταφέρνομε νὰ κάνωμε ὁλόϊσια γραμμή. Ἂν ὅμως ἔχομε ὁδηγὸ τὸ χαράκι, τὸτε ἡ γραμμὴ εἶναι ἴσια τελείως. Καὶ στὴν πνευματική, τὴν χριστιανικὴ ζωή, γιὰ νὰ πορευώμαστε σωστά, σὲ ἴσιο δρόμο, χρειαζόμαστε ὁδηγό, χρειαζόμαστε χαράκι.

Ἕνα τέτοιο χαράκι μᾶς δίνει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Εἶναι ὁδηγὸς σύντομος, ἁπλός, ὅλοι τὸν καταλαβαίνομε καὶ εὔκολα τὸν μαθαίνομε. Ἀντὶ νὰ ἔχομε ἕναν κατάλογο ἀπὸ διατάξεις, ποὺ δύκολα τὶς μαθαίνομε, ἔχομε μία μόνον διάταξι. Οἱ Ἑβραῖοι γιὰ τὸν νόμο εἶχαν ἑκατοντάδες διατάξεις, τόσες ποὺ ποτὲ κανένας δὲν μποροῦσε νὰ τὶς μάθη, καὶ ἄρα δὲν μποροῦσε νὰ τὶς ἐφαρμόση. Ὑπῆρχαν διατάξεις ποὺ καθορίζανε καὶ τὶς πιὸ μικρὲς λεπτομέρειες τῆς θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς.

Μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τὰ πράγματα ἀλλάζουν. Ὁ Κύριος κινούμενος ἀπὸ φιλανθρωπία, γιὰ νὰ κάνη εὔκολο τὸν δρόμο μας, ἄφησε ἕναν κανόνα, ποὺ λέει ἁπλᾶ˙ Ὅπως θέλετε νὰ συμπεριφέρωνται σὲ σᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἐσεῖς νὰ κάνετε τὸ ἴδιο σὲ αὐτούς. Μέτρο εἴμαστε ἐμεῖς, ὁ ἐαυτός μας, ποὺ τὸν ἀγαπᾶμε καὶ τὸν φροντίζομε. Ἔρχεται, γιὰ παράδειγμα, κάποιος πεινασμένος καὶ μοῦ ζητάει νὰ τοῦ δώσω ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἐκείνη τὴν ὥρα δὲν ψάχνω νὰ βρῶ τί λέει ὁ νόμος νὰ κάνω, ἀλλὰ βάζω τὸν ἑαυτό μου στὴν θέσι του, καὶ λέω μέσα μου˙ Ἂν ζητιάνευα ἐγώ, ἀσφαλῶς θὰ ἤθελα νὰ μοῦ δώσουν. Ἔτσι αὐτομάτως ξέρω τί πρέπει νὰ κάνω. Αὐτὸ εἶναι ἕνα παράδειγμα, καὶ τέτοια παραδείγματα θὰ μπορούσαμε νὰ ἀραδιάσουμε πολλά, ἀπὸ τὶς πιὸ ἁπλὲς περιπτώσεις μέχρι καὶ τὰ πιὸ σοβαρά προβλήματα.

Ὁ χρυσὸς κανόνας δημιουργεῖ βεβαίως καὶ κάποιες ὑποχρεώσεις καὶ εὐθῦνες σὲ μᾶς. Ἕνας τόσο ἁπλὸς νόμος δὲν ἀφήνει περιθώρια σὲ κανέναν νὰ λέη˙ Δὲν ἤξερα. Δὲν ὑπάρχουν δικαιολογίες γιὰ νὰ μὴν εἴμαστε συνεπεῖς μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς πίστεώς μας.

Ἀκόμα ὁ χρυσὸς κανόνας δείχνει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Σκεφθεῖτε γιὰ λίγο νὰ ἦταν ἀνάγκη νὰ ξέρωμε ὅλον τὸν νόμο. Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ τὸν μάθη; Ἴσως αὐτοὶ ποὺ ξέρουν γράμματα. Καὶ οἱ ἄλλοι τὶ θὰ κάνουν; Εἶναι δίκαιο νὰ μποροῦν νὰ σώζωνται οἱ γραμματισμένοι καὶ μορφωμένοι καὶ νὰ μὴν μποροῦν νὰ σωθοῦν οἱ ὀλιγογράμματοι; Ὄχι. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεός μας ὁ φιλάνθρωπος, ἔκλεισε σὲ μιὰ μόνο πρότασι ὅλο τὸν νόμο, ὥστε νὰ μποροῦν ὅλοι, σοφοὶ καὶ ἀγράμματοι, νὰ ἔχουν τὶς ἴδιες εὐθῦνες καὶ ὑποχρεώσεις. Νὰ μποροῦν νὰ ξέρουν ὅλοι τὰ καθήκοντα καὶ τὶς ὑποχρεώσεις τους.

Ὁ χρυσὸς κανόνας δὲν λέγει μόνον τὶ πρέπει νὰ κάνουμε, ἀλλὰ καὶ τὶ δὲν πρέπει νὰ κάνουμε. Κριτήριο εἶναι πάλι ὁ ἑαυτός μας. Τί δὲν θέλω νὰ μοῦ κάνουν, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ κάνω στοὺς ἄλλους. Δὲν θέλω νὰ μὲ κλέβουν; Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ κλέβω τοὺς ἄλλους. Δὲν θέλω νὰ μοῦ λένε ψέματα; Δὲν πρέπει νὰ λέω καὶ ἐγὼ στοὺς ἄλλους ψέματα. Εἶναι τόσο ἁπλᾶ!

Καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, πρὶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς χάριτος, ὑπῆρχε ὁ χρυσὸς κανόνας, ἀλλὰ σὲ ἀρνητικὴ διατύπωσι. Ἔλεγε˙ «Αὐτὸ ποὺ ἐσὺ μισεῖς , σὲ ἄλλον μὴ τὸ κάνης». Ἐδῶ στὸν παλαιὸ νόμο, ἐνῶ μὲ ἀπέτρεπε ἀπὸ τὸ κακὸ, δὲν ἔκαμνε λόγο γιὰ τὴν ὑποχρέωσι νὰ κάνω τὸ καλό. Δὲν ἄφηνε περιθώρια νὰ κάνω τὸ κακό. Ὁ Κύριος ὅμως, μὲ τὴν συμπλώρωσι τοῦ νόμου, ζητάει ὄχι μόνο νὰ μὴν κάνουμε τὸ κακὸ, ἀλλὰ καὶ νὰ κάνουμε ἐπὶ πλέον τὸ καλό.

Ὁ χρυσὸς κανόνας εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνη πρᾶξι στὴν ζωή μας. Αὐτὸς νὰ ρυθμίζη τὴν ζωή μας, τὶς ἐνέργειές μας, τὰ λόγια μας, ὅλη μας τὴν συμπεριφορά. Καὶ πρέπει αὐτὸ νὰ γίνη, διότι αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ συμφέρον μας. Μᾶς συμφέρει νὰ πορευώμαστε σύμφωνα μὲ τὸν χρυσὸ αὐτὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, διότι θὰ γίνη καλύτερη ἡ ζωή μας ἐδῶ. Δὲν θὰ ὑπάρχει ἡ ἀδικία καὶ τὸ παράπονο, θὰ κυριαρχεῖ ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἰσότητα.

Τὸ συμφέρον εἶναι μεγαλύτερο ὅταν τὸ θέμα ἀναφέρεται στὴν ἄλλη ζωή. Καὶ γιὰ μᾶς, ποὺ θέλομε νὰ λεγώμαστε πιστοί, τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ζωή, ἀλλὰ ἡ αἰώνια, ἡ ἄλλη ζωὴ ποὺ δὲν ἔχει τέλος. Καὶ τὸν νόμο του τὸν ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ γιὰ τὴν ἐδῶ βεβαίως ζωή, καὶ ἡ ἐδῶ ζωὴ νὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, νὰ εἶναι ἁρμονική, εἰρηνική, ἀνθρώπινη καὶ μὲ καλοσύνη, ἀλλὰ τὸν ἔδωσε κυρίως γιὰ τὴν ἀπόκτησι τῆς ἄλλης, στὸν οὐρανό. Ἐπειδὴ δὲ «ὁ Θεὸς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι», θέλει ὅλοι οἱ ἄνθωποι νὰ σωθοῦν, γι’ αὐτὸ ἐδωσε ἁπλὸ νόμο, γιὰ νὰ μποροῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἐφαρμόζοντάς τον, νὰ σωθοῦν. Τώρα δικαιολογίες δὲν ὑπάρχουν, ὅποιος θέλει μπορεῖ. Ἀρκεῖ νὰ θέλωμε. Ἀμήν.