Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 18.08.2013



ΚΥΡΙΑΚῌ ΟΓΔΟῌ (Α΄Κορ 1,10-17) 
Εὐλογημένοι χριστιανοί, ὅσοι πιστεύομε στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦμε μὲ συνέπεια ἀποτελοῦμε τὴν Ἐκκλησία. Ἡ λέξις Ἐκκλησία δηλώνει ἀπὸ μόνη της ἑνότητα. Βασικὸ καὶ οὐσιῶδες χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότητα. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας, μία εἶναι καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ὅπως ἐπίσης μία εἶναι καὶ ἡ ἀλήθεια τὴν ὁποία ἐφανέρωσε, ἀπεκάλυψε, ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, ποὺ μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός, τὴν κατέχει ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ εἶναι μία ἡ ἀλήθεια, μία εἶναι καὶ ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ «στύλος καὶ τὸ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας». Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει καὶ ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι μία ἰδέα, μία ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλὰ εἶναι αὐτὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε· «Ἐγὼ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».
Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, τὸ σῶμα της ὅμως τὸ συγκροτοῦμε ἐμεῖς οἱ πιστοί. Ἐκκλησία εἴμαστε τὸ σύνολο τῶν πιστῶν, οἱ ἄνθρωποι. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως ἔχομε τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη μας. Οἱ ἄνθρωποι εὔκολα γινόμαστε ὄργανα τοῦ πλάνου καὶ ἀνθρωποκτόνου διαβόλου. Εἶναι εὔκολο νὰ ἀνακύψουν στὴν πορεία μέσα στὴν ἱστορία προβλήματα στὴν ἑνότητα. Εἶναι εὔκολο, καὶ ἴσως καὶ φυσικό, νὰ ὑπάρξουν διαφορετικὲς γνῶμες καὶ ἀντιλήψεις, κάποιες ἀποκλίσεις ἀπὸ τὴν μία ἀλήθεια. Καταφαίνεται ἔτσι ὅτι ἡ ἑνότητα εἶναι πολὺ σοβαρὴ καὶ λεπτὴ ὑπόθεσις. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει κανένας ἐξαναγκασμός, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη ἐπιβολὴ ἄνωθεν στὰ θέματα τῆς πίστεως, τελικὰ εἶναι πολὺ εὔθραυστη ἡ ἑνότητα.
Στὴν Κόρινθο, καὶ στὰ χρόνια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἐμφανίσθηκαν κάποια φαινόμενα ποὺ ἀπείλησαν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὴν κατάστασι ἐνημερώθηκε ὁ ἀπόστολος, ἐνῶ βρισκόταν στὴν Ἔφεσο. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔγραψε μία ἐπιστολή, τὴν γνωστὴ σὲ ἐμᾶς ὡς Πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα θέματα ποὺ ἀντιμετωπίζει ἡ ἐπιστολὴ εἶναι ἀκριβῶς τὸ πολὺ σοβαρὸ θέμα τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος γράφει· «Παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τοὺ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾗ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ». Πιὸ ἁπλᾶ· «Σᾶς παρακαλῶ δέ, ἀδελφοί μου στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ εἶσθε ὅλοι ὁμόφωνοι καὶ νὰ λέγετε ἀπὸ μιὰ καρδιά, τὴν ἴδια ὁμολογία τῆς πίστεώς σας καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν μεταξύ σας σχίσματα καὶ διαιρέσεις, ἀλλὰ νὰ εἶσθε συγκροτημένοι, κατηρτισμένοι καὶ ἑνωμένοι μεταξύ σας μὲ τὰ αὐτὰ φρονήματα καὶ τὴν αὐτὴ γνώμη».
Τὸ πόσο σοβαρὸ εἶναι τὸ θέμα φαίνεται μόνο καὶ μόνο ἀπὸ τὸ «παρακαλῶ», ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπόστολος. Δὲν ἐπικαλεῖται τὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμά του γιὰ νὰ δώση κάποια ἐντολή, ἢ προσταγή. Θὰ μποροῦσε νὰ επικαλεσθῆ τὴν ἀποστολικὴ ἐξουσία, ποὺ τοῦ ἀνέθεσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, καὶ ἐξουσιαστικὰ νὰ ἐπιβάλη τὴν ἑνότητα. Ἀντί τοῦτου παρακαλεῖ καὶ ἱκετεύει τοῦ Κορινθίους. Ἀποτελεσματικότερα μέσα θεωροῦνται ἡ παράκλησις καὶ τὸ ἱκετευτικὸ ὕφος, ἀπὸ τὴν διαταγή. Μὰ τὸ κυριώτερο εἶναι ὅτι μὲ τὴν παράκλησι καλοῦνται νὰ συμφωνήσουν μὲ τὴν θέλησί τους ἐλεύθερα. Καὶ ἡ ἐλευθερία γιὰ τὴν πίστι εἶναι ἀσάλευτη βάσις καὶ θεμέλιο. Κανεὶς καὶ μὲ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβάλη τὴν πίστι, οὔτε, βεβαίως, καὶ νὰ τὴν ἀφαιρέση. Ἀπὸ τοὺς ἁγίους Μάρτυρες ἀφαιροῦσαν τὴν ζωή τους, ἀλλὰ ποτὲ τὴν πίστι στὸν Χριστό.
Μαζὶ μὲ τό «παρακαλῶ», καὶ ἀμέσως μετά, ὁ Παῦλος φέρνει μπροστά τὸ ὄνομα τοῦ  Χριστοῦ. Στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἡ παράκλησίς του. Χάριν τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ χρειάζεται ἡ ἑνότητα. Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μᾶς καλεῖ στὴν εὐλογημὲνη ἑνότητα. Λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας· «Εἶναι ἀναγκαῖο καὶ σοφὸ ὅτι, γιὰ τὸ ὄνομα τὸ Δεσποτικὸ πρέπει νὰ ὑπάρχη καύχησις, ὅπως λέγει ὁ προφήτης (Ἡσαΐας)· ‘Σὲ αὐτοὺς ποὺ μὲ ὑπηρετοῦν θὰ δοθῆ καινούργιο ὄνομα, ποὺ θὰ εἶναι εὐλογημένο πάνω στὴν γῆ’, δηλαδὴ Χριστιανοὶ ἔχομε ὀνομασθῆ καὶ στολισθήκαμε μὲ καινούριο ὄνομα, τὸ ὁποῖο κάποιοι τὸ στερήθηκαν ἄδικα, ὅταν ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν ὀρθότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀκολούθησαν πνεύματα πλανεμένα καὶ τὶς παραξενιὲς ἀνοσίων ψευδοδιδασκάλων. Αὐτῶν τῶν ψευδοδιδασκάλων πῆραν τὸ ὄνομα, ὅπως εἶναι φυσικό. Δὲν εἶναι πλέον τοῦ Χριστοῦ, σχίσθηκαν σὲ διάφορες γνῶμες καὶ ἄλλα πιστεύω, παρ’ ὅλο ποὺ εἰρηνικὰ τοὺς κάλεσε καὶ αὐτοὺς ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸς εἶναι ἕνας καὶ δὲν μερίζεται, καὶ ἐμεῖς ὅλοι ἕνα εἴμαστε, ἑνωμένοι μαζί του μὲ ἕνα νοῦ καὶ μία γνώμη, ποὺ μᾶς συνδέει σὲ ὁμοψυχία καὶ ἕνωσι πνευματική».
Τὰ παραπάνω δὲν σημαίνουν ὅτι οἱ χριστιανοὶ εἶναι ἄβουλα ὄντα καὶ λειτουργοῦν σὰν μηχανές. Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως δὲν ἐμποδίζει κανέναν νὰ ἀναπτύξη τὴν προσωπικότητά του. Πειστικότερο παράδειγμα ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς ἁγίους Πατέρες δὲν ὑπάρχει. Παίρνομε μόνο τοὺς τρεῖς Ἱεράρχες μπροστά μας. Τρία πρόσωπα μὲ ἀπόλυτα ταυτισμένη μία πίστι. Τρία πόσωπα ὅμως μὲ διαφορετικοὺς χαρακτῆρες, διαφορετικοὺς τρόπους δράσεως, διαφορετικὲς νοοτροπίες καὶ τακτικὲς στὴν ἄσκησι τῆς ποιμαντικῆς ἐξουσίας. Τό «ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες» ἀναφέρεται στὴ πίστι, αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι μία. Ἡ διαφοροποίησις στὴν πίστι δημιουργεῖ σχίσματα. Ἡ ἀπόκλισις ἀπὸ τὴν ὀρθότητα τῆς μιᾶς πίστεως δημιουργεῖ αἵρεσι καὶ σχίζει τὸν ἄραφο χιτῶνα τοῦ Κυρίου.
Ἡ παράκλησις τοῦ ἀποστόλου τότε ἦταν ἄμεση ἀπάντησι γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθῆ ὁ κίνδυνος τοῦ σχίσματος στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου. Σᾶς παρακαλῶ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ νὰ λέτε ὅλοι τὸ ἴδιο πρᾶγμα καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν σχίσματα. Ἡ ἔκκλησις αὐτὴ εἶναι καὶ σήμερα, καὶ πάντα, ἐπίκαιρη. Ἴσως μάλιστα σήμερα νὰ εἶναι ἀκόμα πιὸ ἐπίκαιρη καὶ ἀναγκαία. Τὰ μέσα ποὺ ἔχει σήμερα ὁ ἄνθρωπος στὰ χέρια του δημιουργοῦν προϋποθέσεις γιὰ εὔκολη διάδοσι καὶ ἐπικράτησι διαφόρων νέων ἰδεῶν καὶ τάσεων. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος δὲν ἀποδέχεται τὴν αὐθεντία, οὔτε τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ τὸν ἀπορρίπτει. Ἔτσι δύσκολα ἀκούγεται ἡ παράκλησις καὶ ἱκεσία τοῦ Παύλου. Δύσκολα γίνονται τὰ πράγματα γιὰ τὴν ἐνότητα τῆς πίστεως, καὶ ὁ κίνδυνος σχισμάτων δὲν εἶναι μακρυνός, ἀλλὰ ὑπαρκτός.
Στῶμεν καλῶς! Πιστοὶ στὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι σχίσματα.

Σάββατο 10 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 11.08.2013

ΚΥΡΙΑΚῌ ΕΒΔΟΜῌ (Ρω 15,1-7)
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος καταγράφει μία ὀφειλή, ἕνα χρέος, τὸ ὁποῖο ἔχομε πρὸς στοὺς ἀδελφούς μας, καὶ μάλιστα τοὺς ἀδύνατους ἀδελφούς.
Γιὰ τὸν ἀπόστολο ἀδύνατοι ἀδελφοὶ εἶναι οἱ νέοι χριστιανοί, οἱ νεοφώτιστοι, ὅσοι προσῆλθαν πρόσφατα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτοὶ καὶ δὲν γνωρίζουν ἀκόμα καλὰ τὰ τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχουν δοκιμασθῆ στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα. Εἶναι ἀρχάριοι. Καὶ ὡς ἀρχάριοι ἔχουν ἀδύνατα σημεῖα, ἐλλείψεις, κενά. Καὶ τὸ χειρότερο, δὲν ἔχουν ἀποκοπεῖ τελείως ἀπὸ τὴν προτέρα ζωὴ τῆς πλάνης καὶ τῆς φθορᾶς. Οἱ μνῆμες εἶναι ζωντανὲς ἀκόμα καὶ δύσκολα διαγράφονται. Εἶναι ἑπόμενο νὰ ὑστεροῦν ἔναντι ἄλλων, οἱ ὁποῖοι χρόνια ἀγωνίζονται καὶ ἔχουν καταγράψει πρόοδο πνευματικὴ.
Αὐτοὶ οἱ παλαιοὶ καὶ ἔμπειροι, μὲ ἔντονα τὰ βιώματα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ὅταν βλέπουν τοὺς  ἀπείρους καὶ ἀρχαρίους στενοχωροῦνται, γιὰ τὴν ἄγνοια τῶν νέων χριστιανῶν, ἢ τῶν χριστιανῶν ποὺ δὲν εἶναι νέοι στὴν πίστι, ἀλλὰ ἔδειξαν χρόνια καὶ παρατεταμένη ἀμέλεια καὶ ἀδιαφορία. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀποξένωσι καὶ μὴ συνεπὴς συμμετοχὴ στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας δημιουργεῖ ἐπίσης κενά, καὶ κυρίως ἐμφανίζονται οἱ χριστιανοὶ μὲ ἀσθενήματα, μὲ σφάλματα. Ἔναντι αὐτῶν τῶν ἀδύναμων πνευματικὰ χριστιανῶν ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ συμπεριφορὰ τῶν προχωρημένων ἢ δυνατῶν χριστιανῶν;
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει· «Ὀφείλομε ἐμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα, τὰ κενὰ καὶ τὰ μεῖον τῶν ἀδυνάτων, νὰ τὰ βαστάζουμε, ἐμεῖς νὰ τὰ σηκώνουμε, γιὰ νὰ τοὺς ἐλαφρύνουμε, καὶ νὰ μὴ φροντίζομε μόνο στὸν ἑαυτό μας νὰ εἴμαστε καλά». Καὶ τὰ γράφει αὐτὰ διότι ὑπάρχει πάντα ὁ μεγάλος κίνδυνος, ἐμεῖς «οἱ δυνατοί», νὰ ὑποπέσωμε στὴν οἴησι, τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὸν ἐγωϊσμό. Νὰ βλέπωμε δὲ τοὺς ἀδύνατους ἀδελφοὺς μας, μὲ τὰ ἀσθενήματά τους, καὶ μὲ εὐκολία νὰ τοὺς καταδικάζουμε καὶ νὰ τοὺς κατακρίνουμε. Νὰ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας ἁγίους καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀξίους τῆς καταδίκης. Αὐτὴν τὴν κατάστασι τὴν γνωρίζει ὁ ἀπόστολος ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ τῶν ὁμοεθνῶν καὶ ὁμοθρήσκων του Φαρισαίων. Θυμηθεῖτε πῶς βλέπανε καὶ πῶς χαρακτηρίζανε ἐκείνους ποὺ ἀκολουθούσανε τὸν Χριστό; Ποῖοι ἀκολουθοῦσαν τὸν Χριστό; Λέγανε οἱ Ἐβραῖοι ὅτι ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό· «Ὁ λαὸς οὗτος ὁ μὴ εἰδὼς τὸν νόμο, ἐπικατάρατοι εἰσί». Κατὰ τοὺς Ἐβραίους αὐτοὶ ποὺ ἀκολουθοῦν καὶ πιστεύουν στὸν Χριστὸ εἶναι ὁ ἀγράμματος λαός, ποὺ δὲν γνωρίζει τὸν νόμο, καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ἐπικατάρατοι. Γιὰ νὰ μὴ πέσουν καὶ οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ στὸ ἴδιο λάθος τῶν Φαρισαίων, ὁ ἀπόστολος κάνει ὑποχρέωσί μας, ὄχι μόνο νὰ βλέπωμε τοὺς ἀδύνατους ἀδελφοὺς μὲ συμπάθεια καὶ ἐπιείκεια, ἀλλὰ ἐνεργά νὰ σηκώνουμε τὸ βάρος τους, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ συνεχίζουν τὸν ἀγῶνα καὶ νὰ προκόπτουν πνευματικὰ.
Δικαίωμα νὰ καταδικάζωμε δὲν ἔχομε. Δὲν μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος τέτοιο δικαίωμα καὶ προνόμιο. Μᾶς ὑποχρεώνει ἀντίθετα, μπροστὰ στὰ σφάλματα τῶν ἄλλων, νὰ στρέφωμε τὴν προσοχή μας στὰ δικά μας σφάλματα, καὶ στὶς δικὲς μας ἀδυναμίες καὶ ἀσθενήματα. Κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς δὲν εἶναι τέλειος καὶ δὲν μπορεῖ νὰ φθάση στὴν ἀπόλυτη τελειότητα καὶ καθαρότητα. Ὡστόσο παρὰ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὶς δικές μας ἀτέλειες, ὅταν ἀντιλαμβανόμαστε τὰ ἀσθενήματα τοῦ ἀδύναμου ἀδελφοῦ, βοηθᾶμε νὰ τὰ διορθώση καὶ νὰ τὰ ξεπεράση. Τὸ πρόβλημα τοῦ ἀδελφοῦ τὸ κάνουμε δικό μας. Αὐτὸ σημαίνει ὁ λόγος· «βαστάζομε τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων». Καὶ ἡ συμπεριφορά μας αὐτὴ δημιουργεῖ στὴν καρδιά μας ἀπέραντη χαρὰ καὶ ἱκανοποίησι. Ἐπὶ πλέον αὐτὴ ἡ συναίσθησις ὅτι δὲν εἴμαστε τέλειοι, μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ αὐτοδικαιώνωμε τὸν ἑαυτό μας. Ἀλλὰ ταπεινά, καὶ ἕνα βῆμα νὰ νομίζωμε ὅτι εἴμαστε μπροστὰ, καλὸ εἶναι νὰ βοηθήσωμε τὸν ἀδελφό μας νὰ μᾶς φθάση. Ἀντίθετα, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ παράδοξο, ὅταν φροντίζομε νὰ ἀρέσωμε στὸν ἑαυτό μας, ἐνῶ θὰ περίμενε κανεὶς νὰ νοιώθουμε πλήρεις, τότε στεγνώνομε ἀπὸ ἀγάπη καὶ ζοῦμε τὴν ἀπομόνωσι καὶ τὴν ἔλλειψι τῆς πληρότητος. Εἴμαστε δυστυχεῖς.
Γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος· «Νοιώθεις δυνατός; Δὲν παθαίνεις τίποτε ἐὰν λίγο κατεβεῖς χαμηλά. Ἀντίθετα ὁ ἀδύναμος ἀδελφός σου, ἂν δὲν στηριχθῆ, κινδυνεύει νὰ χαθῆ». Ὁ ἴδιος ἅγιος πατέρας ἐπεκτείνει τὴν σημασία τοῦ ἀποστολικοῦ λόγου πέρα ἀπὸ τὰ πνευματικά, ἐπειδὴ ἡ βοήθεια πρὸς τὸν ἀδύνατο γίνεται «πρὸς οἰκοδομήν»  καὶ μάλιστα «ἐν Χριστῷ». Λέγει· «Ὥστε κἂν πλουτῇς, κἂν ἐν δυναστείᾳ ᾗς, μὴ σεαυτῷ, ἀλλὰ τῷ πένητι καὶ τῷ δεομένῳ ἄρεσκε· οὕτω γὰρ καὶ δόξης ἀπολαύσῃ τῆς ἀληθοῦς, καὶ ὠφέλειαν ἐργάσῃ πολλήν». Μὲ ἁπλᾶ λόγια· Συμπερασματικά, ἐὰν εἶσαι πλούσιος, ἐὰν ἔχεις στὰ χέρια σου δύναμι καὶ ἐξουσία, νὰ μὴν ἀρέσης στὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ στὸν πτωχὸ καὶ σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Διότι ἔτσι καὶ τὴν ἀληθινὴ δόξα θὰ ἀπολαύσεις καὶ μεγάλη ὠφέλεια θὰ κερδίσεις.
Καὶ ἐπὶ πλέον ὁ ἴδιος τονίζει ὅτι ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου ἀπευθύνεται σὲ ὅλους, καὶ ὅλοι καλούμαστε νὰ σηκώσωμε τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων. «Διὸ παρὰ πάντων τοῦτο ἀπαιτεῖ· οὐ γὰρ ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, ἀλλ’ «Ἕκαστος ὑμῶν». Ὁ καθένας μας πρέπει καὶ μπορεῖ νὰ σηκώνη τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων ἀδελφῶν, εἴτε αὐτὰ εἶναι πνευματικά, εἴτε εἶναι βιωτικὰ καὶ ὑλικά. Ἡ χήρα ἐκείνη, πτωχὴ ἦταν, ἀλλὰ ἐλεημοσύνη ἔκανε γιὰ νὰ βοηθηθοῦν οἱ ἄλλοι πτωχοί. Ἡ χήρα σήκωσε τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων. Ἐμεῖς μὲ ποιὰ δικαιολογία θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν εὐθύνη μας, ποὺ θέλομε νὰ μένωμε ἄπρακτοι, ποὺ θέλομε νὰ ἀρέσωμε στὸν ἑαυτό μας; Καιρὸς εἶναι νὰ ἁπλώσωμε τὰ χέρια μας καὶ νὰ δώσωμε χέρι βοηθείας στὸν ἀδύναμο ἀδελφό, καὶ νὰ τὸν βοηθήσωμε νὰ σταθῆ στὴν πίστι στέρεα, νὰ προκόψη πνευματικά, νὰ ἐνσωματωθῆ στὴν οἰκοδομή, «πρὸς οἰκοδομήν εἰς τὸ ἀγαθόν», λέγει ὁ Παῦλος. Νὰ ἁπλώσωμε τὰ χέρια μας καὶ νὰ σηκώσωμε τὸ βάρος τοῦ ἀδύναμου ἀδελφοῦ καὶ νὰ τοῦ ἁπαλύνουμε τὸ φορτίο, καὶ νὰ μπορέση νὰ συμπορεύεται μαζί μας στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Νὰ ἁπλώσωμε τὰ πλήρη χέρια μας στὰ ἄδεια χέρια τῶν ἀδύναμων ἀδελφῶν, καὶ νὰ τοὺς μειώσωμε τὴν πεῖνα καὶ δυστυχία,  «πρὸς οἰκοδομήν εἰς τὸ ἀγαθόν».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ὑπέδειξε τὸ χρέος μας καὶ τὴν εὐθύνη μας ἔναντι τῶν  ἀδύναμων ἀδελφῶν. Ἐμεῖς ἂς πράξωμε τὸ κατὰ δύναμιν.

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 04.08.2013

ΚΥΡΙΑΚῌ ΕΚΤῌ (Ρω 12,6-14)
Καὶ σήμερα τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, εἶναι ἐπιλεγμένο ἀπὸ τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Εἶναι ἡ ἐπιστολὴ ποὺ ἔχει πλούσιο δογματικὸ καὶ ἠθικὸ περιεχόμενο.
Τὸ μήνυμα τοῦ εὐαγγελίου εἶναι μία ἐπανάστασις. Ἔφερε ἀνατροπὴ στὰ μέχρι τότε γνωστὰ πράγματα στὸν χῶρο τῆς πίστεως καὶ τῆς ἠθικῆς. Οἱ ἐπιστολὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι φορεῖς τοῦ νέου κόσμου, τῆς «καινῆς κτίσεως». Βλέπομε καὶ ἀκοῦμε καινούριες διδαχές, οἱ ὁποῖες ἀλλάζουν τὸν κόσμο, ἀλλάζουν τὶς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τελικὸς σκοπὸς εἶναι νὰ γίνη ἡ ἀποκατάστασις τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου στὴν προπτωτικὴ θέσι καὶ ἀξία, αὐτὴ δηλαδὴ ποὺ εἶχε πρὶν ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Τότε ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀπολάμβανε τὴν εἰρήνη κοντά στὸν Δημιουργό του, καὶ βίωνε τὴν ἁρμονία στὶς σχέσεις του μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν δημιουργία ὅλη.
Πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνσι μᾶς ὁδηγεῖ ἡ προτροπὴ τοῦ ἀποστόλου, ποὺ ἀκούγεται σήμερα· «Εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε».
Εὐλογῶ σημαίνει, λέγω καλὰ λόγια. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς στὸν λόγο. Μπορεῖ νὰ λέγη λόγια καλὰ, μπορεῖ νὰ λέγη λόγια ἄσχημα, κακά. Τὸ νὰ λέμε καλὰ λόγια τὸ ἐπιβάλλει ὄχι μόνον ὁ νόμος του Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ ἐπιβάλλουν καὶ λόγοι εὐγενείας καὶ καλῆς συμπεριφορᾶς. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὶς τυπικότητες καὶ τὶς κοινοτυπίες, ὅλοι ξέρομε νὰ γλυκαίνομε τὴν γλῶσσα μας, ὅταν πρόκειται νὰ μιλήσουμε σὲ ἀγαπημένα μας πρόσωπα. Καὶ ἐδῶ εἴμαστε εἰλικρινεῖς. Γιὰ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγαμᾶμε ἔχομε πάντα καλὰ λόγια νὰ ποῦμε. Καὶ βγαίνουν τὰ λόγια αὐτὰ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας ποὺ ἀγαπάει. Γιὰ τὰ δικά μας πρόσωπα κάνομε πάντα καλοὺς λογισμούς. Γινόμαστε ὅμως γελοῖοι ὅταν ἀπευθυνόμαστε σὲ πρόσωπα ποὺ ἔχουν θέσι καὶ ἀξιώματα καὶ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς ζητήσουμε κάποια ἐξυπηρέτησι, κάποια εὐκολία. Τότε ὑπερβάλλουμε σὲ καλολογία καὶ πέφτομε στὴν ὑποκρισία, τὸ ψέμμα καὶ τὴν κολακία. Καλὰ μὲν λόγια, ἀλλὰ ὑποκριτικά.
Ὅλα τὰ παραπάνω δείχνουν τὴν συνήθη ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Ὡς πιστοὶ χριστιανοὶ τί πρέπει νὰ κάνωμε; Ὁ Κύριός μας μὲ τὴν διδασκαλία του ζητάει ἀπὸ μᾶς νὰ ξεπεράσωμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν σειρὰ τοῦ κόσμου. Εἶπε ὅτι πρέπει νὰ διαφέρωμε ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ ἀγαπάει καὶ λέγει καλὰ λόγια μόνο γιὰ ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. Τὰ ἴσα ἀνταποδίδουν ὅλοι, καὶ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Ἐθνικοὶ. Ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ δίνουμε παραπάνω. Ἡ ἀγάπη μας καὶ τὰ καλὰ λόγια πρέπει νὰ καλύπτουν ὄχι μόνο ὅσους μᾶς ἀγαπᾶνε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐχθρούς μας. Αὐτὸ εἶναι ἐπανάστασις, εἶναι ἀνατροπὴ. Ἐδῶ γκρεμίζεται ὁ παλαιὸς κόσμος, ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος ἀλλάζει. Ξεπερνάει τὸν ἑαυτό του καὶ δημιουργεῖται ἔτσι ἡ «καινὴ κτῖσις». Καμμία μέχρι τὸν Χριστὸ φωνὴ οὔτε φιλοσοφική, οὔτε θρησκευτικὴ μεγάλωσε τὴν ἀγάπη τόσο, ὥστε νὰ χωράη καὶ τοὺς ἐχθρούς. Τὸ κήρυξε ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶπε τὸ περίφημο· «Πλήν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Ὁ λόγος ὑπῆρξε ἀντρεπτικὸς γιὰ ὅλα τὰ φιλοσοφικὰ καὶ θρησκευτικὰ καὶ κοινωνικὰ δεδομένα. ποὺ ἴσχυαν μέχρι τότε. Καινούργια συμφωνία ὑπογράφεται καὶ λέγεται Καινὴ Διαθήκη. Γκρεμίζεται τὸ μεσότοιχο τοῦ μίσους. «Πάντες ὑμεῖς εἷς ἐσταὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ».
Αὐτὴν τὴν φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ τὴν ἐξειδικεύει ὁ Παῦλος καὶ λέγει σὲ ὕφος προστακτικό· «Εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε». Ἡ φωνὴ εἶναι δεσμευτικὴ γιὰ μᾶς τοὺς Χριστιανοὺς. Κάνομε αὐτὴ τὴν ἐπισήμανσι διότι ἡ δική μας συμπεριφορὰ δὲν προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων. Βλέπομε μόνον ἐμεῖς τὶ πρέπει νὰ κάνωμε. Ἐμεῖς πρέπει νὰ εὐλογοῦμε αὐτοὺς ποὺ μᾶς διώκουν. Διότι συνήθως γιὰ τὸν «ἄλλον» ἔχομε μόνο κατηγορίες, ψεύτικες ἢ καὶ ἀληθινὲς. Γιὰ τὸν «ἄλλον»  συκοφαντίες. Καὶ ἐπιδίωξίς μας ἡ δική μας δικαίωσις ἔναντι τοῦ «ἄλλου».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπαναλαμβάνει τὴν προτροπή «εὐλογεῖτε». Ὅμως τὴν δεύτερη φορὰ προσθέτει τό· «καὶ μὴ καταρᾶσθε». Θὰ μποροῦσε νὰ μὴ τὸ προσθέση καθόλου. Ἂν ἰσχύει τὸ εὐλογεῖτε, δὲν περισσεύει χῶρος γιὰ τίποτε ἄλλο.  Ἀλήθεια ποῖοι εἴμαστε ἐμεῖς ποὺ θὰ ἀνοίξουμε τὸ στόμα μας καὶ θὰ καταρασθοῦμε; Ἀπὸ πότε ἀποκτήσαμε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε καὶ νὰ καταδικάζωμε; Διότι ἡ κατάρα εἶναι δικαστικὴ τρόπον τινὰ ἀπόφασις καὶ κρῖσις. Τέτοιο δικαίωμα δὲν ἔχομε. Τοῦτο τὸ δικαίωμα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ἀφήνομε τὸν Θεὸ νὰ κρίνη. Αὐτὸς γνωρίζει. Αὐτὸς εἶναι ἀπόλυτα δίκαιος. Αὐτὸς ἀποφασίζει. Ἡ πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ δανείζεται λόγο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, κατὰ τὸν ὁποῖο ἐπιβεβαιώνεται ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. «Λέγει Κύριος· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω». Δὲν μένει γιὰ μᾶς δικαίωμα νὰ δίνωμε κατάρες.
Ἂς ἀναλογισθοῦμε καὶ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου μας, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο «πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῇ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὅς δ’ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ρακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὅς δ’ ἂν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός». Μὲ ἁπλᾶ λόγια δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέμε οὔτε τυχαῖα ἢ ἀστειευόμενοι ἄσχημες λέξεις καὶ προσδιορισμοὺς στοὺς συνανθρώπους μας. Ἀντίθετα ἐπιβάλλεται νὰ καλολογοῦμε καὶ μάλιστα τοὺς ἐχθρούς μας. Ὁ Χριστιανὸς κάνει ἀγῶνα. Ἀγῶνα πνευματικὸ ἐναντίον τοῦ κακοῦ. Καὶ ἐφ’ ὅσο ἡ κακολογία πρέπει νὰ εἶναι ξένη στὴν γλῶσσα τοῦ πιστοῦ, ὁ ἀγῶνας θὰ εἶναι νὰ ἐλέγξωμε τὴν γλῶσσα μας. Πόσο δύσκολο εἶναι αὐτὸ μᾶς τὸ λέγει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος. Ὁ ὁποῖος μὲ πολὺ παρασταστικὸ τρόπο δείχνει πόσο δύσκολα ἐλέγχεται ἡ γλῶσσα, γιὰ νὰ βγάζη λόγια καλά, καὶ νὰ μὴν κακολογῆ. Δύσκολο ἔργο, ἀλλὰ ἀξίζει τὸν κόπο, διότι ἡ ἐπιτυχία φέρνει πολλοὺς καρπούς.
Θὰ ἀλλάξη καὶ ἡ καθημερινή μας ζωή. Ἡ ἀληθινὴ γλῶσσα δὲν θὰ ψεύδεται. Θὰ εὐλογεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ θὰ δοξάζει τὸν ἅγιο Θεό. Θὰ εὐλογῆ ὄχι γενικὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἰδικὰ τοὺς διῶκτες. Αὐτὸ εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸ καὶ διακριτικὸ γνώρισμα τοῦ πιστοῦ Χριστιανοῦ. Ἔτσι μᾶς θέλει ὁ Κύριος. Αὐτὸ διδάσκει καὶ ἐξειδικεύει ὁ Παῦλος. Αὐτὸ προσπαθεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ μᾶς κάνη νὰ βιώνουμε στὴν καθημερινή μας πρακτικὴ συμπεριφορά.