Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 07.07.2013


ΚΥΡΙΑΚῌ ΔΕΥΤΕΡᾼ, (Γαλ 3,23-39.4,1-5)
Σήμερα εἶναι ἡ δεύτερη Κυριακὴ τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἀποστόλου Παύλου, δηλαδὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιόδου ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴν Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων. Συμβαίνει ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς ἁγίας Κυριακῆς, καὶ σύμφωνα μὲ τὸ τυπικὸ τῆς Ἐκκλησίας μας διαβάζεται καὶ ἀκούγεται τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ὄχι ἀπὸ τὸ Κυριακοδρόμιο, ἀλλὰ τῆς ἁγίας ἀπὸ τὸ μηνολόγιο. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀνάγνωσμα ἀκούγεται συχνά, σχεδὸν σὲ κάθε ἑορτὴ  ὁσιομάρτυρος.
Σήμερα θὰ σταθοῦμε στὸ πρῶτο μέρος τῆς περικοπῆς ποὺ λέγει· «Πρὶν φανερωθῆ ἡ σωτηρία μέσα ἀπὸ τὴν πίστι, εἴμασταν κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίβλεψι τοῦ νόμου, μαντρωμένοι με σκοπὸ νὰ σωθοῦμε μὲ τὴν πίστι, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἀποκαλυφθῆ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ νόμος λειτούργησε ὡς παιδαγωγός, ποὺ μᾶς ἑτοίμαζε νὰ δεχθοῦμε τὸν Χριστό, ὥστε νὰ δικαιωθοῦμε μὲ τὴν πίστι». Ἐδῶ φαίνεται καὶ κάτι ἄλλο πολὺ σημαντικό· Δὲν ἔρχεται ἡ ἐποχὴ τῆς πίστεως μηχανικὰ ἢ τυχαῖα. Ὁ Θεὸς ἔχει σχέδιο. Ἀπὸ τώρα δηλώνεται ὅτι πρόκειται νὰ ἀποκαλυφθῆ στὸ μέλλον, καὶ αὐτὸ εἶναι γνωστό. Λέγει· «εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι». Δὲν θὰ ἐμφανισθῆ ξαφνικὰ ἡ σώζουσα πίστις, ἀλλὰ εἶναι προσχεδιασμένη καὶ προγραμματισμένη ἡ παρουσία της, ἡ ὁποία καὶ θὰ γίνη στὸν κατάλληλο καιρό, «ὅταν ἔρθη τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου».
Μέσα στὸ ἀπόρρητο σχέδιο τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, προβλεπόταν ἡ σάρκωσις τοῦ Λόγου. Σάρκωσις τοῦ Λόγου εἶναι ἡ φανέρωσις τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς ἁγίας Τριάδος, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀποκάλυψις τῆς θεότητος δὲν ἔγινε διὰ μιᾶς. Ἔγινε σταδιακά. Γιὰ πολὺ μεγάλο χρονικὸ διάστημα στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, ἦταν γνωστὸς ὁ Κύριος. Δὲν γίνεται λόγος γιὰ πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, παρὰ μόνον συμβολικὰ καὶ μὲ εἰκόνες. Γίνεται ὅμως συστηματικὴ προετοιμασία γιὰ νὰ μπορέσουν οἱ ἄνθρωποι νὰ δεχθοῦν πλέον τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος. Μεθοδικὰ καὶ μὲ σύστημα κατευθύνει ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκη τοῦ Μεσσία καὶ λυτρωτοῦ καὶ νὰ τὸν ἀναζητήση, νὰ τὸν περιμένη. Δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσουν οἱ ἄνθρωποι τὴν ὑπόσχεσι ποὺ ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ὅτι θὰ ἀποστείλη τὸν λυτρωτή. Ἔτσι ἐπέλεξε ἕνα λαό, ποὺ θὰ λειτουργοῦσε ὡς προζύμι, γιὰ νὰ ζυμωθῆ ὅλο τὸ φύραμα, νὰ διατηρηθῆ ἡ μονοθεΐα καὶ ἡ πίστι στὸν ἴδιο. Ὁ Κύριος, τὸν λαὸ ποὺ ἐπέλεξε, τὸν ἀσφάλισε μὲ τὸν νόμο, ὅπως ἡ μάνα ἀσφαλίζει τὸ νήπιο παιδάκι της μέσα στὸ παρκοκρέββατο. Φαίνεται, καὶ εἶναι, φυλακισμένο τὸ νήπιο μέσα στὸ πάρκο, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν κινδυνεύει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους ποὺ τὸν ἀπειλοῦν λόγω τῆς νηπιακῆς του ἡλικίας. Τὸ νήπιο μόλις μεγαλώσει λίγο, βγαίνει ἀπὸ τὸ πάρκο καὶ ἀφήνεται ἐλεύθερο. Πλέον δὲν τοῦ χρειάζεται τό «μάντρωμα». Ἀκριβῶς καὶ ὁ Θεός, μὲ τὸν νόμο ποὺ ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο, τὸν ἀσφάλισε καὶ τὸν περιφρούρησε, τὸν μάντρωσε, μέχρι νὰ ἔρθη ἡ πίστις, δηλαδὴ μέχρι νὰ φανερωθῆ ὁ Υἱός, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος. Μέχρι τότε ἔπρεπε νὰ διαφυλαχθῆ ἀπὸ τὸν κίνδυνο, κυρίως τῆς εἰδωλολατρίας καὶ πολυθεΐας. Ὅταν ὅμως θὰ ὡρίμαζε πνευματικά, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ δεχθῆ τὴν ἀποκάλυψι καὶ τοῦ Υἱοῦ, δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀνάγκη τοῦ νόμου, διότι ἡ δικαίωσις θὰ γινόταν μὲ τὴν πίστι στὸν Χριστό.
Ὁ κατάλληλος καιρὸς λέγεται στὴν ἁγία Γραφή «πλήρωμα τοῦ χρόνου», καὶ τὸ ἀκούσαμε στὸν σημερινὸ ἀπόστολο. Βεβαίως δὲν πρόκειται γιὰ ἀριθμητικὸ συμπλήρωμα χρόνων, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὅλη κατάστασι ἀπὸ κάθε πλευρά. Γιὰ παράδειγμα μέσα στὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου νοεῖται καὶ ἡ γενικότερη πολιτιστικὴ κατάστασις. Καὶ ἀναφέρεται ὡς δεῖγμα ἡ γλῶσσα. Εἶχε προηγηθεῖ ἡ ἐπικράτησις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας σὲ ὅλη τὴν περιοχὴ τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου, ποὺ ἦταν καὶ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ  τότε γνωστοῦ κόσμου. Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος ἑνοποίησε πολιτιστικὰ ὅλη τὴν Ἀνατολὴ καὶ οἱ ἄνθρωποι εἶχαν κοινὸ γλωσσικὸ ὄργανο, μία γλῶσσα, τήν «Κοινὴ», ὅπως λεγόταν, ἑλληνική. Αὐτὸ ἔκανε πιὸ εὔκολη τὴν διάδοσι τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς πίστεως στὸν Χριστό. Πλήρωμα τοῦ χρόνου ἦταν καὶ ἡ πολιτικὴ ἑνότητα τῆς περιοχῆς μὲ τὴν ρωμαϊκὴ κρατικὴ ὀργάνωσι ποὺ ἐπέτρεπε τὴν διακίνησι σὲ ὅλη τὴν περιοχὴ χωρὶς σύνορα. Σκεφθεῖτε μὲ πόση εὐκολία μποροῦσε ὁ ἀπόστολος Παῦλος νὰ κινῆται ἀπὸ τὴν Ἀσία μέχρι τὴν Ρώμη. Αὐτὰ φαίνονται λεπτομέρειες σήμερα, ἀλλὰ ὅλα μαζί δημιουργοῦν τὶς προϋποθέσεις γιὰ τό «πλήρωμα τοῦ χρόνου», τὴν κατάλληλη στιγμή, γιὰ νὰ δεχθῆ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀποκάλυψι καὶ τοῦ Υἱοῦ.
Βεβαίως τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἔχει περισσότερο πνευματικὴ σημασία. Ὁ ἄνθρωπος ἔφασε σὲ φοβερὰ ἀδιέξοδα, πολιτικά, πνευματικά, οἰκονομικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, κτλ. Φαινόταν ἀδύνατη ἡ σωτηρία. Πνευματικὸ σκοτάδι κάλυπτε τὰ πάντα, καὶ ὅλοι περιμένανε νὰ γίνη κάτι. Ἀφοῦ ἀπέτυχαν ὅλες οἱ προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου νὰ βρῆ λύσι στὰ πάμπολλα προβλήματα, ἦταν ἀναγκαία μία παρέμβασι δυνατή, θεϊκή, οὐράνια. Ὅλοι ἀνεξαιρέτως, Ἰουδαῖοι καὶ Ἐθνικοὶ περίμεναν ἕνα λυτρωτή. Καὶ «αὐτὸς προσδοκία Ἐθνῶν». Ὁ προσδοκώμενος ἦταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γιὰ τὸν ὁποῖο μίλησαν οἱ Δίκαιοι καὶ οἱ Προφῆτες στὴν Παλαιά Διαθήκη. Καὶ ἀποκαλύφθηκε ὅταν ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου.
Μὲ τὴν σάρκωσι, τὴν ἀποκάλυψι τοῦ Υἱοῦ, ἦρθε ἡ στιγμὴ ποὺ ἡ δικαίωσις τοῦ ἀνθρώπου γίνεται μὲ τὴν πίστι στὸν Χριστό, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου. Ἀκούσαμε σήμερα τὸν ἀπόστολο Παῦλο νὰ λέγη· «Ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν». Σημειώνεται ἀκόμα ὅτι παιδαγωγὸς στὴν ἀρχική του σημασία δήλωνε τὸν ὑπηρέτη, συνήθως δοῦλο, ποὺ ἔπαιρνε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ μὲ ἀσφάλεια τὸ ὁδηγοῦσε στὸ σχολεῖο, στὸν δάσκαλο. Παιδαγωγῶ, ὁδηγῶ τὸν παῖδα. Στὴν συνέχεια δηλώνεται ὁ ἴδιος ὁ δάσκαλος. Ἔδωσε λοιπὸν ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο τὸν νόμο ὡς παιδαγωγό, γιὰ νὰ ὁδηγηθῆ μὲ σιγουριὰ στὸν Λυτρωτή, στὸν Μεσσία. Ὁ παιδαγωγὸς δὲν σώζει, δὲν εἶναι σωτήρ, ἀλλὰ ὁδηγὸς ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὸν σωτῆρα. Καὶ μὲ τὴν πίστι στὸν Μεσσία νὰ μπορέση νὰ βρῆ τὴν σωτηρία. Ὅλη ἡ περίοδος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι περίοδος μεταβατική. Ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἐποχὴ τῆς πίστεως, στὴν ἐποχὴ τῆς σωτηρίας, μὲ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ ἀπόρρητο σχέδιο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ. Γίνεται ὅλη ἡ παιδαγωγία, γιὰ νὰ δεχθῆ ὁ ἄνθρωπος τὸν Χριστὸ Θεό.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
30-6-2013


ΚΥΡΙΑΚῌ ΠΡΩΤῌ,  ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (Ἑβ 11,33-12,2)
Ἡ Κυριακὴ τῶν ἁγίων Πάντων εἶναι ἡ πρώτη κατὰ τὴν ὁποία ἀρχίζει ἡ ἀνάγνωσις ἀποστολικῶν περικοπῶν ἐπιλεγμένων ἀπὸ τὶς ἐπιστολές, πρῶτα ἀπὸ τὶς δεκατέσσερις τοῦ Παύλου καὶ μετὰ ἀπὸ τὶς ἑπτὰ Καθολικὲς, ἀφοῦ βεβαίως ἀκούσαμε στὴν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου περικοπὲς ἀπὸ τὸ βιβλίο Πράξεις Ἀποστόλων. Σημειώνεται ἀκόμα ὅτι, γιὰ μὲν τὶς καθημερινὲς ἡ ἐπιλογὴ γίνεται μὲ τὴ σειρὰ ποὺ ἔχουν καταχωρηθῆ οἱ ἐπιστολὲς στὸν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης, γιὰ δὲ τὶς Κυριακὲς, ἡ ἐπιλογὴ γίνεται μὲ ἄλλον τρόπο καὶ ἄλλη σειρά.

Μὲ μικρὲς προσθαφαιρέσεις χωρίων, ἡ σημερινὴ περικοπὴ ἀκούγεται στοὺς ναοὺς τῆς Ἐκκλησίας μας περίπου δώδεκα φορὲς τὸν χρόνο. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν θὰ τὴν ἀναλύσουμε ὅλη σήμερα. Ὅσες φορὲς θὰ τὴν συναντᾶμε ὡς ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα Κυριακῆς, θὰ ἐπιλέγουμε κάποια σημεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπογραμμίζουμε.
Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ γιὰ τὴν Κυριακὴ τῶν ἁγίων Πάντων εἶναι ἐπιλεγμένη ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ. Ἂν στὸ δέκατο τρίτο κεφάλαιο τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς ὑπάρχει ἕνα θαυμάσιο κείμενο, ποὺ χαρακτηρίζεται ὕμνος τῆς ἀγάπης, ἐδῶ, στὸ ἑνδέκατο κεφάλαιο ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ, ἔχομε τὸν ὕμνο τῆς πίστεως. Γιὰ νὰ πλέξη τὸ ἐγκώμιο τῆς πίστεως ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀνατρέχει στὸν παρελθὸν τοῦ περιουσίου λαοῦ καὶ ἐπιλέγει πρόσωπα τὰ ὁποῖα διακρίθηκαν γιὰ τὴν μεγάλη πίστι τους. Τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι τόσα πολλά, ποὺ δὲν ἔχει χρόνο νὰ τὰ ἀναφέρη ὅλα, καὶ γι’ αὐτὸ κάνει ἐπιλογὴ ὀνομαστικὰ κάποιων προσώπων. Καὶ ὅταν σταματάει νὰ ἀναφέρη δικαίους ὀνομαστικά, τότε κάνει μὶα γενικὴ ἀναφορὰ στὸ μεγάλο πλῆθος τῶν ἁγίων.  Εἶναι δὲ τόσοι πολλοί, ὥστε τοὺς ὀνομάζει «νέφος». Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ παραλληλισμός. Διότι, ὅπως τὸ νέφος, ποὺ εἶναι στὸν οὐρανὸ καὶ φέρεται πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας, ἀποτελεῖται ἀπὸ μυριάδες μόρια ὑγρασίας, ἔτσι καὶ ἐμεῖς στὴν Ἐκκλησία ἔχομε πάνω μας καὶ μᾶς συντρέχει ἡ χορεία τῶν ἁγίων μαρτύρων, ποὺ εἶναι ἀναρίθμητοι καὶ ἀποτελοῦν «νέφος». Τὸ νέφος αὐτὸ τῶν ἁγίων μαρτύρων συνεχῶς ἐμπλουτίζεται καὶ μεγαλώνει. Σκεφθεῖτε ὅτι, ὅταν γράφθηκε ἡ ἐπιστολή, δὲν εἶχαν γίνει οἱ μεγάλοι διωγμοὶ τῶν πρώτων μετὰ Χριστὸν αἰώνων, οὔτε βεβαίως οἱ διωγμοὶ τῆς εἰκονομαχίας, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑλιστικῶν-ἀθεϊστικῶν καθεστώτων τῶν τελευταίων αἰώνων.
Ἡ σκέψις τοῦ ἀποστόλου εἶναι ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχομε τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν ἁγίων ποὺ προβάλλουν μπροστά μας, τότε ἔχομε ἐμεῖς τὴν ὑποχρέωσι νὰ κάνωμε μὲ ὑπομονὴ τὸν ἀγῶνα μας, ἀφοῦ προηγουμένως διώξουμε ἀπὸ πάνω μας κάθε ὄγκο καί, βεβαίως, τὴν εὐπερίστατη ἁμαρτία. Ὁ ἀγῶνας εἶναι προκείμενος, δηλαδὴ βρίσκεται μπροστά μας. Δὲν νοεῖται χριστιανὸς ποὺ νὰ μὴν ἀγωνίζεται. Ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει καὶ ἐλπίζει στὸν Κύριο ἔχει ἀγῶνα. Ἀντιπαλεύει μὲ τὸν παλαιό του ἄνθρωπο καὶ μὲ τὸν ἀντίδικο διάβολο καὶ μὲ τὸν κόσμο. Ἀλλ’ ὅπως ὁ κάθε ἀθλητής, ποὺ ἀγωνίζεται στὸ στάδιο, ἀποβάλλει κάθε περιττὸ πρᾶγμα ἀπὸ πάνω του καὶ μπαίνει μὲ εἰδικὴ μόνον στολὴ στὸν ἀγῶνα, ἔτσι καὶ ὁ χριστιανὸς ἀποβάλλει τὰ περιττά. Καὶ περιττὰ ἐδῶ εἶναι ὁ ὄγκος καὶ ἡ εὐπερίστατη ἁμαρτία.
Μὲ τὴν λέξι ὄγκος δηλώνεται κάθε τι ποὺ ἀπασχολεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴν προσήλωσί του στὸν Κύριο, ὅπως οἱ μέριμνες καὶ φροντίδες, τὰ διάφορα ἐνδιαφέροντα, οἱ ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου, κτλ. Εὐπερίστατη δὲ ἁμαρτία εἶναι ἡ κάθε ἁμαρτία στὴν ὁποία πέφτει ὁ ἄνθρωπος. Λέγεται εὐπερίστατη, διότι παγιδεύει τὸν ἄνθρωπο μὲ μύριους τρόπους. Μὲ κάθε εὐκαιρία καὶ ἀφορμὴ μπορεῖ νὰ τελεσθῆ ἡ ἁμαρτία. Δὲν περιορίζεται οὐτε ἀπὸ τὸν χρόνο ἢ τὴν ἡλικία οὔτε ἀπὸ τὸν τόπο. Κάθε περίστασις εἶναι καὶ εὐκαιρία ἁμαρτίας. Οἱ πατέρες διακρίνουν τὴν ἁμαρτία σὲ προμελετημένη καὶ σέ «ἐξ ὑφ’ ἁρπαγῆς». Ἡ πρώτη εἶναι ἁμαρτία τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος σχεδιάζει καὶ στὴν κατάλληλη στιγμὴ τὴν πραγματοποιεῖ. Ἡ ἐξ ὑφ’ ἁρπαγῆς εἶναι ἁμαρτία ποὺ κάνομε χωρὶς κἄν νὰ τὴν σκεφθοῦμε καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε. Κλέβει ὁ πονηρὸς διάβολος τὴν σκέψι μας, τὸν νοῦ μας, τὴν προσοχή μας. Μᾶς ἐξαπατᾶ καὶ μᾶς παγιδεύει. Ὅμως ἡ ἀπροσεξία μας δὲν μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν εὐθύνη. Ἡ εὐπερίστατος ἁμαρτία εἶναι ἁμαρτία γιὰ τὴν ὁποία εἴμαστε ὑπόλογοι. Βεβαίως ἡ προμελετημένη ἁμαρτία ἔχει μεγαλύτερο βάρος.
 Ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὸν ὄγκο καὶ τὴν εὐπερίστατη ἁμαρτία τρέχουμε μὲ ὑπομονὴ τὸν προκείμενο ἀγῶνα. Ὑπογραμμίζω τὴν λέξι τρέχουμε διότι ὁ ἀγῶνας ὁ πνευματικὸς δὲν ἔχει ἀνάπαυλα, διακοπή, χαλάρωσι. Ἔχει ἔντασι, συνεχὴ προσπάθεια. Ὁ χρόνος μας εἶναι λίγος, περιορισμένος καὶ κυρίως ἄδηλος. Γι’ αὐτὸ τρέχουμε. Τρέχουμε ἀλλὰ καὶ μὲ ὑπομονή. Ὁ πνευματικὸς ἀγῶνας τοῦ χριστιανοῦ χρειάζεται ὑπομονή. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ παραπονιοῦνται ὅταν γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἀνάγκη τὴς ὑπομονῆς. Καὶ ὅμως εἶναι ἀπαραίτητη, διότι στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα δὲν ἔχομε ἄμεσα ἀποτελέσματα. Ἕνας ἀθλητὴς τοῦ σώματος κάνει ἀγῶνα λεπτῶν καὶ μερικὲς φορὲς ἀγῶνα δευτερολέπτων καὶ γνωρίζει τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀντίθετα ὁ ἀθλητὴς τοῦ πνεύματος, ὁ χριστιανός, μπορεῖ νὰ ἀγωνίζεται δεκαετίες γιὰ νὰ φθάση, ἂν θὰ φθάσει, νὰ ἔχη ἀποτέλεσμα, δηλαδὴ ὁρατὸ καρπὸ τῶν κόπων του. Καὶ γι’ αὐτό, δυστυχῶς, κάποιοι διακόπτουν τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν προσπάθεια. Θὰ μᾶς πεῖ ὁ λόγος· «ὑπομονῆς ἔχετε χρείαν».
Κυρίως ὅμως δύναμι δίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὴν χάρι του. Μᾶς προτρέπει ὁ ἀπόστολος νὰ ἔχωμε στραμένη τὴν προσοχή μας στὸν «ἀρχηγὸ τῆς πίστεως καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν». Ὅσο διαρκεῖ ὁ ἀγῶνας ὁ νοῦς μας εἶναι στὸν Χριστό. Ἡ σκέψις μας εἶναι δοσμένη στὸν Χριστό. Ὁ ἀθλητὴς σκέφτεται καὶ ἀποβλέπει στὸ βραβεῖο, στὸ ἔπαθλο. Ὁ χριστιανὸς ἀποβλέπει στὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἀρχηγὸς τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ τελειωτὴς. Τὶς δικὲς μας ἀδυναμίες τὶς ἀναπληρώνει ὁ Ἰησοῦς καί, ἐνισχύει τὸν ἀδύνατο καὶ τελειοποιεῖ τὸν προχωρημένο, καὶ κατευθύνει τὸν ἀγωνιζόμενο μὲ βεβαιότητα πρὸς τὴν νίκη.
Ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πάντες ἔβλεπαν τὴν δόξα τοῦ Κυρίου, ὅπως ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος, καὶ μὲ ὑπομονὴ περίμεναν ἀγωνιζόμενοι τὴν δόξα τοῦ Κυρίου. Καὶ περιμένουν νὰ δοῦν τὸν δικό μας ἀγῶνα.
 

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
23-6-2013


ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΓΔΟΗ, ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ (Ἰω 7, 37-52&8,12)
Κλείνει σήμερα ἡ εὐλογημένη περίοδος τοῦ Πεντηκοσταρίου, δηλαδὴ φθάσαμε ἀπὸ τὴν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου στὴν κάθοδο καὶ φανέρωσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἔγινε τὴν πεντηκοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν Ἀνάστασι. Κλείνει ἐδῶ καὶ ἡ περίοδος τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου.
Ἀκοῦμε δὲ στὸ εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας τῆς Πεντηκοστῆς ὅτι· Κατὰ τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς (τῆς σκηνοπηγίας), εἶπε φωναχτὰ ὁ Ἰησοῦς· Ἂν κάποιος διψᾶ νὰ ἔρχεται σὲ μένα νὰ ξεδιψάη. Ὅποιος πιστεύει σὲ μένα, κατὰ τὴν Γραφή, θὰ τρέξουν ἀπὸ τὴν κοιλιά του ποτάμια ζωντανοῦ νεροῦ. Τὸ εἶπε αὐτὸ γιὰ τὸ Πνεῦμα ποὺ θὰ ἔπαιρναν ὅσοι πιστεύσουν σ’ αὐτόν. Τότε τὸ Πνεῦμα ἀκόμα δὲν εἶχε ἀποκαλυφθῆ. Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς εἶναι προφήτης, καὶ ἄλλοι ὁ Χριστός, καὶ ἄλλοι ἀμφέβαλλαν ὅτι μπορεῖ ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι ἀπὸ τὴν Γαλιλαία. Ὁ κόσμος μοιράσθηκε. Ἄλλοι μάλιστα ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὸν συλλάβουν, ἀλλὰ δὲν τολμοῦσαν. Ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι οἱ ὑπηρέτες. Καὶ ὅταν ρωτήθηκαν, γιατὶ δὲν τὸν ἔπιασαν, ἀπάντησαν ὅτι ποτὲ δὲν μίλησε ἄνθρωπος ὅπως αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος. Οἱ Φαρισαῖοι τοὺς ἔλεγξαν γιὰ πλάνη, καὶ τόνισαν ὅτι κανένας ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες δὲν πίστεψε στὸν Χριστὸ παρά μόνον ὁ ὄχλος, ποὺ δὲν γνωρίζει τὸν νόμο καὶ εἶναι καταραμένοι. Παρενέβη τότε ὁ Νικόδημος, ποὺ ἐπισκέφθηκε νύκτα τὸν Κύριο, καὶ ζήτησε, σύμφωνα μὲ τὸν νόμο, νὰ μὴν τὸν καταδικάζουμε ἂν πρῶτα δὲν τοῦ δοθῆ ὁ λόγος. Τότε καὶ τὸν Νικόδημο κάκισαν οἱ Φαρισαῖοι τονίζοντας ὅτι ἀπὸ τὴν Γαλιλαία δὲν προέρχεται κανένας προφήτης. Καὶ τελειώνει τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου· Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ περπατήση στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὲ ἔχη τὸ φῶς τῆς ζωῆς.
Ὁ Κύριός μας κάνει μία πρόσκλησι, μᾶς καλεῖ νὰ τὸν προσεγγίσουμε καὶ νὰ ξεδιψάσουμε οἱ διψασμένοι. Καὶ ἀντιλαμβάνεσθε ὅλοι ὅτι ὁ Κύριος δὲν μιλάει γιὰ τὸ ὕδωρ, δὲν μοιράζει νερό. Μιλάει γιὰ δίψα ἄλλη, μιλάει γιὰ δίψα πνευματική, γιὰ ἀναζήτησι ἐσωτερική, στὴν ὁποία ἀσφαλῶς μπορεῖ νὰ ἀνταποκριθῆ ὁ Κύριος. Ἐδῶ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μία μηχανή, ποὺ κουρδίζεται γιὰ νὰ δουλέψη καὶ νὰ παράγη κάποιο ἔργο. Εἶναι λογικὸ ὂν, μὲ σῶμα καὶ ψυχή, φτιαγμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ Δημιουργό, σύνθετος ἀπὸ ὕλη καὶ πνεῦμα. Ἄλλες εἶναι οἱ ἀπαιτήσεις καὶ ἀνάγκες τοῦ σώματος καὶ ἄλλες τῆς ψυχῆς. Τὸ λέγει καθαρὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐν παντὶ ρήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ». Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ζήση δὲν ἔχει ἀνάγκη μόνο ἀπὸ ὑλικὴ τροφή, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκη καὶ ἀπὸ πνευματικὴ τροφή, ποὺ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Τὸ ψωμὶ χρειάζεται γιὰ τὸ σῶμα καὶ ὁ λόγος γιὰ τὴν ψυχή. Ὑπογραμμίζω πάλι ὅτι ἡ ψυχὴ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ λόγο. Προσέξτε, ὄχι ὁποιονδήποτε λόγο, ἀλλὰ λόγο Θεοῦ. Αὐτὸν τὸν λόγο μπορεῖ νὰ μᾶς τὸν δώση μόνον ὁ Χριστός. Γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς καλεῖ νὰ χορτάσωμε τὴν δίψα μας ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ ἔχει. Βεβαίως πολλοί, οἱ περισσότεροι, ποὺ πεισματικὰ ἀρνοῦνται τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀλήθειά του, νομίζουν ὅτι μποροῦν νὰ ξεδιψάσουν πίνοντας νερό, ὄχι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δίνει ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλες διάφορες πηγές. Λόγο ἔχουν καὶ οἱ διάφοροι αἱρετικοί, ἀλλ’ ὁ λόγος τους εἶναι θολὸ νερό. Καὶ τὸ θολὸ καὶ μολυσμένο νερὸ δὲν ξεδιψάει τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν δηλητηριάζει. Ἡ πλανεμένη, ἡ αἱρετική, διδασκαλία νεκρώνει τὴν ψυχή. Λόγο ἔχουν καὶ τὰ διάφορα φιλοσοφικὰ συστήματα. Αὐτὸς ὁ λόγος στηρίζεται στὴν ἀνθρώπινη νόησι. Ἱκανοποιεῖ προσωρινὰ καὶ ἐπιφανειακὰ τὴν πνευματικὴ δίψα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν δύναμι νὰ ἀλλάξη τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν βγάλη ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδά του.
Ὅποιος ἀναζητεῖ, γιὰ παράδειγμα, τὴν ἀλήθεια, θὰ τὴν βρῆ μόνον στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλήθεια ὄχι ὡς θεωρία, ἀλλ’ ὡς ὑπόστασι. Μόνον ὁ Χριστὸς μπόρεσε νὰ πῆ· «Ἐγὼ εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Οἱ ἀλήθειες τῶν ἀνθρώπων βελτιώνονται, μεταβάλλονται, ἀλλάζουν, ἀναιροῦνται, καταργοῦνται. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μένει ἀμετακίνητη καὶ ἀναλλοίωτη στὸν αἰῶνα. Νά, τὶ εἶπε ὁ ἴδιος· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι». Ἀπὸ τέτοιο λόγο αἰώνιο καὶ ἀληθινὸ ἔχομε ἀνάγκη. Αὐτὸς μόνον μπορεῖ νὰ μᾶς ξεδιψάση. Ὅποιος ἐμπιστεύεται τὸν Χριστὸ καὶ τὸν λόγο του, κατὰ τὴν γραφή, «ποταμοὶ ἐκ τὴς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος». Καὶ ἐπεξηγεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς ὅτι μὲ τὸν λόγο αὐτὸ ἐννοεῖ ὅτι θὰ λάβουν Πνεῦμα ἅγιο.
Ὁ λόγος αὐτὸς τῆς Γραφῆς εἴδαμε νὰ πραγματοποιεῖται τὴν ἡμερα τῆς Πεντηκοστῆς. Τότε ποὺ οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, καὶ ὅσοι ἄλλοι πίστευσαν στὸν Χριστό, δέχθηκαν τὴν ἐπιφοίτησι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ πραγματικὰ ἔρρευσαν «ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας των». Ἄνθωποι ἄσημοι, ἀγράμματοι, περιφρονημένοι, διὰ μιᾶς ἔγιναν φωτιστὲς τῆς οἰκουμένης. Αὐτοὶ ποὺ ἦταν κρυμμένοι, «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ἔγιναν ξαφνικὰ λιοντάρια, ἔγιναν «λέοντες πῦρ πνέοντες». Βγῆκαν στὸν κόσμο νὰ κηρύξουν τὸν ἀναστάντα Κύριο, νὰ ἐλέγξουν τοὺς Ἰουδαίους, νὰ καλέσουν τὸν λαὸ σὲ μετάνοια καὶ σωτηρία. Ξεδίψασαν οἱ ἴδιοι καὶ τώρα ὑποδεικνύουν στὸν κόσμο ὅλο τὴν πηγὴ τοῦ ζῶντος ὔδατος, γιὰ νὰ ξεδιψάσουν πραγματικὰ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἡ Πεντηκοστὴ, δηλαδὴ ἡ κάθοδος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, δὲν εἶναι μέσα στὴν Ἐκκλησία μία στιγμή μόνον. Τότε ἔγινε ἡ ἀποκάλυψις τοῦ τρίτου προσώπου τῆς ἁγίας Τριάδος, τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἦταν μόνον ἡ ἀρχή. Ἀπὸ τὸτε ξεκίνησε ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὴ ἱστορία τοῦ κόσμου. Καὶ εἶναι ἡ Πεντηκοστὴ ἡ γενέθλια ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, διότι ὁλοκληρώθηκε τότε, μὲ τὴν φανέρωσι τοῦ ἁγίου Πνεύατος, ἡ πλήρης ἀποκάλυψις τῆς τριαδικῆς Θεότητος. Ἔχομε δηλαδὴ ὅλη τὴν ἀλήθεια γιὰ τὸν Θεό, καὶ γι’ αὐτὸ ἀπὸ τότε μπορεῖ νὰ ὑπάρχη ἡ Ἐκκλησία, ποὺ αὐτὴ εἶναι ὁ «στύλος καὶ τὸ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας». Ξεκίνησε τότε ἡ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ συνεχίζεται ἡ φανέρωσις τοῦ ἁγίου Πνεύματος στὴν ζωὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου ποὺ πιστεύει στὸν Χριστό. Ἡ παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος δὲν εἶναι μία στιγμιαία κίνησις, ἀλλὰ συνεχὴς παρουσία στὸν κόσμο, στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ζωὴ τοῦ κάθε πιστοῦ.
Καὶ ὅσο θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι θὰ ἀκούγεται ἡ πρόσκλησις τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ τὸν πλησιάσουμε καὶ νὰ ξεδιψάσουμε. Δόξα τῷ Θεῷ, προσφέρεται ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ δοῦμε τὴν μόνη ἀλήθεια καὶ τὴν αἰώνιο ζωή.