Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013


ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
16-6-2013


ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΒΔΟΜΗ, ΤΩΝ ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ (Ἰω 17, 1-13)


Μία ἀπὸ τὶς Κυριακὲς τοῦ Πεντηκοσταρίου, ἡ σημερινή, εἶναι ἀφιερωμένη στοὺς ἁγίους Πατέρες. Στοὺς Πατέρες τῆς πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συγκροτήθηκε στὴν Νίκαια. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ ἀντιμετώπισε τὴν φοβερὴ αἵρεσι τοῦ Ἀρείου. Ὁ Ἄρειος δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι Θεός. Ἡ διδασκαλία του διαδόθηκε γρήγορα καὶ δίχασε τοὺς πιστούς. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις ἡ Ἐκκλησία συγκροτεῖ Σύνοδο ἡ ὁποία ἐξετάζει τὴν κατάστασι καὶ ὁδηγημένη ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἀποφαίνεται ὁριστικὰ γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ἡ πρώτη αὐτὴ Σύνοδος ἀποφάνθηκε γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν ἀπόφασί της τὴν κατέγραψε σὲ σύντομο κείμενο. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί γνωρίζομε τὴν ἀπόφασι, καὶ τὴν ὁμολογοῦμε κατὰ τὴν βάπτισί μας. Εἶναι τὸ «Πιστεύω», ποὺ τὸ λέμε καὶ σὲ κάθε θεία λειτουργία. Στὴν Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ πιστεύη ὁ καθένας ὅ,τι θέλει καὶ ὅ,τι καταλαβαίνει. Ἡ πίστις εἶναι μία, ὅπως μία εἶναι καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ὅλους ἑπομένως τοὺς πιστοὺς μᾶς ἑνώνει ἡ μία κοινὴ πίστις, ὅπως τὴν ἐκφράζει ἡ Ἐκκλησία μέ τὶς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων της. Ἔτσι διασφαλίζεται ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν μία καὶ κοινὴ πίστι.
Σημειώσαμε λίγα στοιχεῖα εἰσαγωγικὰ γιὰ νὰ κατανοήσωμε καλύτερα τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς ἡμέρας. Σήμερα, ἕβδομη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα, τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκοῦμε εἶναι ἕνα μικρὸ μέρος ἀπὸ τὴν γνωστὴ Ἀρχιερατικὴ Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὴν προσευχὴ αὐτὴ τὴν ἔκανε ὁ Χριστός μας λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν σύλληψί του στὸ κῆπο τῶν ἐλαιῶν.
Πρέπει νὰ ὑπογραμμίσω ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕνα θέμα, τὴν Προσευχή. Νὰ σκεφθοῦμε γιὰ λίγο ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός προσευχόταν. Διέθετε ὁλονυκτίες στὴν προσευχή. Καὶ εἶναι ὁ Θεός. Ἂν λοιπὸν ὁ Χριστὸς διέθετε χρόνο καὶ προσευχόταν, σκεφθεῖτε ἐμεῖς τί χρόνο πρέπει νὰ διαθέτωμε γιὰ προσευχή, πόσο ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν προσευχή. Πρέπει νὰ μάθωμε νὰ προσευχόμαστε, νὰ ἀξιοποιοῦμε τὸν χρόνο μας κάνοντας προσευχή, μὲ κάθε εὐκαιρία, σὲ κάθε τόπο, κάθε ὥρα.
Κύριο θέμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν πιστῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτημα τῆς προσευχῆς, ὅπως ἐκφράζεται στὴν πρότασι· «Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὕς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς καὶ ἡμεῖς». Δηλαδή, Πατέρα ἅγιε, φύλαξέ τους μὲ τὴν δύναμί καὶ ἀγάπη σου αὐτοὺς ποὺ μοῦ ἔδωσες, ὥστε νὰ εἶναι ἑνωμένοι, ὅπως καὶ ἐμεῖς. Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως εἶναι τὸ ζητούμενο. Ζητάει ὁ Κύριος στὴν προσευχή του, νὰ μὴν ὑπάρχουν σχίσματα καὶ διαιρέσεις. Αὐτὰ ἀναιροῦν τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ Ἐκκλησία εἶναι σύναξις, συγκέντρωσις, ἕνωσις. Καὶ ὅπως ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μπορεῖ νὰ διχασθῆ, νὰ διασπασθῆ, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ διασπαθῆ, νὰ διχασθῆ. Καὶ κατὰ συνέπεια δὲν μπορεῖ νὰ διχασθῆ καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως. Ἕνας ὁ Χριστός, μία ἡ Ἐκκλησία καὶ μία ἡ ἀληθινὴ πίστις. Ἡ ἑνότητα, τὸ ξαναλέμε, βρίσκεται στὴν μία πίστι.
Ὅταν ὁ Χριστὸς ζητάει στὴν προσευχή του νὰ εἶναι οἱ πιστοὶ ἕνα, ζητάει νὰ ἔχουν ὅλοι οἱ πιστοὶ τὴν μία καὶ ἀληθινὴ πίστι. Τὴν πίστι ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε καὶ μᾶς φανέρωσε ὁ ἴδιος. Σὲ αὐτὴν τὴν πίστι κανένας δὲν μπορεῖ τίποτε νὰ προσθέση, νὰ ἀφαιρέση ἢ νὰ διορθώση. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνη οὔτε Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Μία Σύνοδος δὲν εἰσάγει κάποια πίστι. Ἡ Σύνοδος διευκρινίζει καὶ ἀποσαφηνίζει θέματα πίστεως ὅταν ἀνακύπτουν σχετικὰ προβλήματα. Μπορεῖ νὰ γίνουν προσπάθειες ἀπὸ κάποιους γιὰ νὰ νοθευθῆ ἡ πίστις ἢ μπορεῖ νὰ γίνωνται λανθασμένες ἑρμηνεῖες σὲ θέμα πίστεως. Κάθε νοθεία ἢ λανθασμένη ἑρμηνεία ὁδηγεῖ στὴν αἵρεσι καὶ τὸ σχίσμα. Τότε ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴν φώτισι καὶ καθοδήγησι τοῦ ἁγίου Πνεύματος διασαφηνίζει τὴν ἀλήθεια καὶ ἀποφαίνεται γι’ αὐτὴν. Ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου γιὰ θέματα πίστεως λέγεται Δόγμα ἢ Σύμβολο πίστεως.
Ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ συγκροτήθηκε τὸ 325 μ.Χ. ἀντέκρουσε τὴν πλάνη τοῦ Ἀρείου καὶ ἀποφάνθηκε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὴν τὴν ἀλήθεια ἡ Ἐκκλησία τὴν πίστευε καὶ τὴν δεχόταν ἀνέκαθεν. Δὲν τὴν εἰσήγαγε ἡ Σύνοδος τὸ 325, ἀλλά, ἀφοῦ τὴν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὴν πλάνη, τὴν διασφάλισε συντάσσοντας τὸ «Πιστεύω». Διετύπωσε ἔτσι τὸ δόγμα τῆς θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρχουν στὸ μέλλον παρανοήσεις.
Ἡ δεύτερη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔγινε τὸ 381 μ.Χ. καὶ ἀποφάνθηκε γιὰ τὴν θεότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Στὴν θεότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος πίστευε ἡ Ἐκκλησία ἀνέκαθεν. Τὸ 381 δὲν βρήκαμε μία νέα πίστι, ἀλλὰ λόγω τῶν πνευματομάχων, τῶν αἱρετικῶν, ποὺ εἰσήγαγαν πλανεμένες διδασκαλίες σχετικὰ μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, χρειάσθηκε ἡ Ἐκκλησία νὰ συγκροτήση μία Σύνοδο γιὰ νὰ ἀπαλλάξη τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὴν πλάνη. Ἡ ἀπόφασις αὐτῆς τῆς Συνόδους εἶναι τὸ δόγμα γιὰ τὴν θεότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Τὸ Δόγμα δὲν εἶναι κάποια αὐθαιρεσία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἡ σύντομη καὶ ἐπιγραμματικὴ διατύπωσις γιὰ θέματα πίστεως. Τὸ Δόγμα δὲν εἰσάγει νέα πίστι. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνη ποτέ. Ὅποια διατύπωσις χρειασθῆ νὰ γίνη γιὰ θέματα πίστεως θὰ εἶναι γιὰ ὅ,τι πιστεύει ἡ Ἐκκλησία ἀνέκαθεν. Καὶ αὐτὸ γίνεται ὅταν προσπαθοῦν κάποιοι νὰ νοθεύσουν ἢ νὰ παραποιήσουν τὴν «ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστι», τὴν πίστι ποὺ παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία καὶ ἔχει τὴν ὑποχρέωσι νὰ τὴν διαφυλάξη ἀνόθευτη, ἀκέραιη, ὅπως τὴν παρέλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο. Δὲν μπορῶ νὰ κατανοήσω ὅσους κατηγοροῦν τὴν Ἐκκλησία γιὰ «δογματισμό». Ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ δόγματά της, μὲ φράσεις σύντομα διατυπωμένες, ἐκφράζει τὴν πίστι της, δὲν αὐθαιρετεῖ, διδάσκει καὶ ὁδηγεῖ τοὺςπιστοὺς στὴν ἀλήθεια ποὺ σώζει.
Τὸ πόσο σημαντικὸ εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀληθινῆς πίστεως, φαίνεται ἀπὸ τὸ γενονὸς ὅτι ὁ Κύριος στὴν ἀρχιερατικὴ προσευχή του ἔχει ὡς κύριο αἴτημα νὰ εἶναι οἱ πιστοὶ ἑνωμένοι στὴν μία πίστι. Ἐμεῖς οἱ πιστοὶ δὲν πιστεύομε ὅ,τι κατανοοῦμε ἢ ἀντιλαμβανόμαστε, ἀλλ’ ὅ,τι διδάσκει μὲ τὰ δόγματά της ἡ Ἐκκλησία, αὐτὴ πού, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι «στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας», καὶ ἡ μόνη κιβωτὸς τῆς σωτηρίας.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
9-6-2013


ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΚΤΗ, ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ(Ἰω 9, 1-38)


Καὶ πάλι μακρὰ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀκούσαμε σήμερα, στὴν ὁποία περιγράφεται τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τυφλοῦ. Πρόκειται γιὰ τυφλὸ, ποὺ δὲν ἔχασε τὸ φῶς του ἀπὸ κάποια πάθησι ἢ ἀτύχημα, ἀλλὰ γεννήθηκε τυφλός, γεννήθηκε χωρὶς μάτια, ἔλλειπαν οἱ βολβοί τῶν ὀφθαλμῶν του.
Προβληματισμένοι οἱ μαθητὲς τοῦ Κυρίου ρώτησαν· Ἁμάρτησαν οἱ γονεῖς του ἢ ὁ ἴδιος ὥστε νὰ γεννηθῆ τυφλός; Μὲ τὴν ἀπάντησί του ὁ Κύριος ξεπέρασε τὴν μέχρι τότε ἐπικρατοῦσα ἀντίληψι, καὶ ἀποκάλυψε ὅτι ἡ αἰτία τῆς τυφλότητος αὐτῆς δὲν εἶναι ἡ ἁμαρτία κανενός, ἀλλὰ γεννήθηκε τυφλός, γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ παντὸς καὶ πλάστου τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Δημιουργός, καὶ τὸ ἀπεκάλυψε στοὺς μαθητές του, ὅταν τοὺς εἶπε ὅτι πρέπει νὰ εργάζεται τὰ ἔργα τοῦ πατρός του.
Καὶ πραγματικὰ ὁ τρόπος θεραπείας τοῦ τυφλοῦ τὸ ἀπέδειξε. Διότι ὁ Ἰησοῦς ἔφτιαξε, μὲ τὸ πτύελό του καὶ τὸ χῶμα, πηλό, καὶ ἀνεπλήρωσε τὸ κενὸ στὶς κόγχες, στὶς ὁποῖες δὲν ὑπῆρχαν οἱ βολβοὶ τῶν ματιῶν. Ὁ ἴδιος ὁ Δημιουργὸς καὶ πλάστης, ὅπως ἔκανε τὸν πρῶτο ἄνθρωπο στὴν ἀρχή, ἔτσι καὶ τώρα μὲ τὰ ἴδια χέρια, μὲ τὸ ἴδιο ὑλικὸ καὶ μὲ τὴν ἴδια δημιουργικὴ δύναμι, ἀναπληρώνει τὸ κενὸ καὶ γεμίζει τὶς κόγχες τοῦ τυφλοῦ, δημιουργώντας βολβοὺς ματιῶν. Ἡ δημιουργικὴ δύναμις τοῦ Κυρίου δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς πηγῆς Σιλωάμ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ δοκιμασθῆ ἡ πίστις τοῦ τυφλοῦ τὸν ἔστειλε στὴν πηγὴ. Ὁ τυφλὸς χωρὶς καθυστέρησι «ἀπῆλθεν οὖν, καὶ ἐνίψατο καὶ ἦλθε βλέπων». Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ὁ γεννημένος τυφλὸς ἀνέβλεψε.
Καὶ αὐτὸ τὸ εἶδαν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πεισματικὰ ἐπιμένουν, ἐνῶ ἔχουν μάτια, νὰ μὴ βλέπουν τὸν Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ δημιουργό. Στὴν συνέχεια τῆς διηγήσεως τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος βλέπομε ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἄρνησι. Καὶ πρῶτοι οἱ γείτονες τοῦ τυφλοῦ ἐκφράζουν τὶς παράλογες ἀμφιβολίες. Ἀμφιβάλλουν ἂν εἶναι ὁ τυφλός τὸ ἴδιο πρόσωπο μὲ τὸν θεραπευμένο. Διότι «ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιός αὐτῷ ἐστιν». Παρ’ ὅλο πού «ἐκεῖνος ἔλεγεν, ὅτι ἐγώ εἰμι», οἱ δύσπιστοι γείτονες τὸν ὁδήγησαν στοὺς Φαρισαίους.
Οἱ Φαρισαῖοι τὸν ἀνακρίνουν, ἀλλὰ δὲν δέχονται τὴν ὁμολογία τοῦ θεραπευμένου τυφλοῦ, διότι γιὰ τὴν λογικὴ καὶ ἀντίληψι τῶν Φαρισαίων «οὗτος ὁ ἄνθρωπος (δηλαδὴ ὁ Χριστός) οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ». Βλέπετε ὁ Χριστὸς ἔκανε πηλὸ ἡμέρα Σάββατο. Ὁ τυφλὸς ἐπιμένει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι προφήτης, οἱ Φαρισαῖοι ἀμφιβάλλουν γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ τυφλοῦ καὶ δὲν πιστεύουν στὸ θαῦμα. Διότι «οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοῦς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος». Κάλεσαν δηλαδὴ τοὺς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ γιὰ νὰ κάνουν ἐπιβεβαίωσι τῆς ταυτότητος τοῦ προσώπου. Ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ ἱκανοποίησε τὴν ἀμφιβολία τους. Οἱ γονεῖς ἐπιβεβαίωσαν τὴν υἱότητα, ἀλλὰ γιὰ τὸν φόβο μὴ γίνουν ἀποσυνάγωγοι, παραδίδουν τὸν υἱό τους, γιὰ μιὰ δεύτερη ἀνάκρισι στὰ χέρια τῶν Φαρισαίων. Ἴσως νὰ περίμεναν νὰ πέση ὁ τυφλὸς σὲ ἀντιφάσεις. Διηγήθηκε ὅμως τὰ γεγονότα ὅπως τὰ ἔζησε, καὶ στὴν ἀρνησι τῶν Ἰουδαίων ἀπάντησε μὲ θεολογικὸ συλλογισμό, γιὰ νὰ καταλήξη· «Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν». Ἂν δὲν ἦταν σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ Χριστὸς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνη τίποτε. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπάντησι τοῦ τυφλοῦ προσβλήθηκαν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ τὸν ἀπέπεμψαν, τὸν ἔδιωξαν. Τὸν συνάντησε ὅμως ἔξω ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ρώτησε· «Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ»; Ἐκεῖνος ρώτησε ποιὸς εἶναι αὐτὸς γιὰ νὰ τὸν πιστεύσω; Ἐγὼ ποὺ σοῦ μιλάω καὶ μὲ βλέπεις, τοῦ εἶπε. Τὸτε ὁ τυφλὸς ἔδειξε τὴν εὐγνωμοσύνη του μὲ τὰ λόγια· «Πιστεύω, Κύριε», καὶ τὰ ἔργα· «καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ».
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἔκανε ἕνα καταπληκτικὸ θαῦμα μπροστὰ στὰ μάτια πολλῶν ἀνθρώπων. Ὅμως τότε δὲν πίστευσαν ὅλοι ὅσοι εἶδαν τὸ θαῦμα. Οἱ ἄνθρωποι ἀντί νὰ θαυμάζουν καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Κύριο, γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔγινε μπροστὰ στὰ μάτια τους, στὴν ἀρχὴ ἀμφιβάλλουν καὶ στὴν συνέχεια κάνουν ἀνακρίσεις, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ δὲν θέλουν νὰ δεχθοῦν τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, δὲν θέλουν νὰ πιστεύσουν στὸ θαῦμα. Τὸ ἴδιο γίνεται μέχρι σήμερα, καὶ θὰ γίνεται πάντα. Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἡ διδασκαλία του, τὰ θαύματά του, μέχρι σήμερα ἀντιμετωπίζονται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ὅπως στὴν περίπτωσι τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ, μὲ ἀμφιβολία καὶ ἄρνησι. Ἡ μέχρι τώρα ἐμπειρία δείχνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν μὲ μεγάλη εὐκολία τὰ παραμύθια, δέχονται εὔκολα τὴν πλάνη καὶ τὴν αἵρεσι, δίνουν σημασία σὲ διαδόσεις, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀλήθεια ποὺ σώζει, δὲν τὴν δέχονται. Στὴν καλύτερη τῶν περιπτώσεων τὴν δέχονται, ἀλλὰ μὲ προϋποθέσεις. Πιστεύουν ἀλλ’ ὅπως ἀντιλαμβάνεται τὰ πράγματα ὁ καθένας. Ὄχι ὅπως ἐκτίθεται ἡ πίστις ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ προσαρμοσμένη στὴν προσωπικὴ ἀντίληψι τοῦ καθενός. Ὁ τυφλὸς τοῦ εὐαγγελίου, παράδειγμα, ἐκθέτει τὰ βιώματά του καὶ τὴν ἐμπειρία του γιὰ τὴν θεραπεία του. Οὔτε ὅμως οἱ γείτονές του, οὔτε οἱ Φαρισαῖοι ἀποδέχονται τὴν ἀλήθεια ποὺ ἔζησε. Ρωτοῦν καὶ ἐπαναλαμβάνουν τὸ ἐρώτημα· «Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς»; Καὶ ἀναγκάσθηκε ὁ τυφλὸς νὰ τοὺς πῆ· «Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι»; Ἡ ἀλήθεια εἶναι ξεκάθαρη, καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μία. Βλέπομε ὅμως νὰ ὑπάρχουν σήμερα πολλὲς ἐκδοχές της. Συμβαίνει τοῦτο διότι, ὅπως τονίσθηκε, ὁ καθένας τὴν ἀληθινὴ πίστι τὴν προσαρμόζει καὶ τὴν ἑρμηνεύει ὅπως θέλει καὶ μπορεῖ, ἢ ὅπως τὸν συμφέρει.
Ὁ Ἰησοῦς συνάντησε τὸν διωγμένο ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τυφλό καὶ τὸν ρώτησε· «Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν Υἱόν τοῦ Θεοῦ»; Καίριο τὸ ἐρώτημα, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τεθῆ στὸν καθένα μας. Μᾶς τὸ θέτει ὁ Κύριος. Ἀλήθεια πιστεύομε στὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ; Ὄχι σὲ ἕναν μύστη, ἀρχηγὸ θρησκείας, φιλόσοφο, θαυματοποιό, ἐπαναστάτη, κτλ, ἀλλὰ στὸν Υἱό τοῦ Θεοῦ; Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς μόνος καὶ ἀληθινός, ὁ δημιουργός τοῦ κόσμου καὶ πλάστης τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ὁ μόνος σωτῆρας τοῦ ἀνθρώπου. Μπορῦμε χωρὶς ἀμφιβολία νὰ τοῦ ποῦμε· «Πιστεύω Κύριε», καὶ νὰ τὸν προσκυνήσωμε; Τότε σωθήκαμε!
 

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
2-6-2013


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΕΜΠΤΗ, ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Ἰω 4, 5-42)
Ἀπὸ τὰ κυριακάτικα εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα λίγα ἔχουν τὴν ἔκτασι τοῦ σημερινοῦ, καὶ τῆς ἑπομένης, ποὺ εἶναι τοῦ τυφλοῦ. Καὶ βεβαίως δὲν θὰ τὸ παρουσιάσουμε, ὅπως κάνομε συνήθως, ἀλλὰ θὰ ἐντοπίσουμε κάποια σημεῖα καὶ θὰ τὰ τονίσουμε. Μὲ θαυμασμὸ ἀντικρύζω τὴν περικοπή, γιὰ τὸ πλουσιώτατο θεματολόγιο. Πράγματι θίγοντα πολλὰ θέματα καὶ ἀποκαλύπτονται πολλὲς οὐράνιες ἀλήθειες ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ.
Μποροῦμε νὰ διακρίνωμε τὸ πρῶτο μέρος, στὸ ὁποῖο περιγράφεται ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα τῆς συναντήσεως τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὴν Σαμαρείτιδα. Τὸ δεύτερο καὶ ἐκτενέστερο μέρος εἶναι ὁ διάλογος τῶν δύο προσώπων. Τρίτο μέρος οἱ ἀποκαλύψεις τοῦ Ἰησοῦ στοὺς μαθητές του, καὶ τέλος ἔχομε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συναντήσεως καὶ τὴν στάσι τῶν Σαμαρειτῶν.
Εἶναι ἀπορίας καὶ θαυμασμοῦ ἄξιον τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἰησοῦς τὰ πιὸ ὑψηλὰ καὶ πνευματικὰ θέματα τὰ δίδαξε σὲ μονοπρόσωπο ἀκροατήριο, καὶ μάλιστα σὲ γυναῖκα προερχόμενη ἀπὸ τοὺς Σαμαρεῖτες μὲ τοὺς ὁποίους οἱ Ἰουδαῖοι δὲν εἶχαν καὶ τὶς καλύτερες σχέσεις. Ἀλλὰ καὶ ἡ συγκεκριμένη γυναῖκα δὲν εἶχε καὶ τὸ καλύτερο ὄνομα ἤ, ὅπως θὰ λέγαμε, τὴν καλὴ ἔξωθεν μαρτυρία. Καὶ ὅμως τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν της δὲν τὴν ἐμπόδισε νὰ γίνη πρῶτα μαθήτρια-συνομιλήτρια τοῦ Ἰησοῦ, καὶ στὴν συνέχεια Ἰσαπόστολος. Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ ἔχει καλὴ πρόθεσι καὶ διάθεσι εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπάει ὁ Θεός, καὶ γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀκριβῶς ἄνθρωπο ἦρθε στὴν γῆ ὁ Δημιουργός.
Ἡ Σαμαρείτιδα ἦταν ἁμαρτωλή, ἀλλὰ δὲν ἦταν ἀσεβής, οὔτε ἀρνητικὴ στὴν ἀλήθεια. Μετέχει σὲ ἕναν διάλογο καλόπιστα. Μιλάει ἤρεμα καὶ ἀποκαλύπτει τὶς προσωπικὲς πνευματικὲς ἀνησυχίες της, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκ παραδόσεως πίστι στὸν Κύριο. Αὐτὴ ὅμως τὴν καλὴ πλευρὰ τῆς ψυχῆς της τὴν ἐπικαλύπτει μία ἀταξία τῆς ζωῆς της. Συμβιώνει παράνομα μὲ κάποιον ἄνδρα. Αὐτὸ τὸ ὁμολογεῖ στὸν Κύριο. Διότι ὅταν ἐκεῖνος τῆς ζήτησε νὰ φωνάξη τὸν ἄνδρα της, εἶπε ἐκείνη· «Οὐκ ἔχω ἄνδρα». Καὶ συμφωνεῖ ὁ Κύριος ὅτι δὲν ἔχει ἄνδρα. Βέβαια εἶχε πέντε, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ποὺ ἔχει τώρα δὲν εἶναι ἄνδρας της. Δὲν νομιμοποιεῖται γιὰ τὸν Κύριο ἡ συμβίωσις ἐκτὸς γάμου. «Καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ». Ἡ συμβίωσις ἢ συγκατοίκησις δὲν κάνει τὸν ἄνδρα σύζυγο.
Ἐδῶ θὰ περίμενε κανεὶς ἡ γυναῖκα, ποὺ τῆς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος τὸν βίο της μὲ θαυμαστὸ τρόπο, νὰ διαμαρτύρεται ἢ νὰ διακόπτη τὸν διάλογο καὶ νὰ φεύγη. Ὅμως ἡ καλή της διάθεσι καὶ πρόθεσι τὴν κρατάει ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐμβαθύνει τὸν λόγο. Ἔτσι πολὺ νωρίς, καὶ προτοῦ προχωρήση ἡ συζήτησις, κάνει μία ὁμολογία, ὅταν λέγει· «Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ». Δὲν εἶναι σίγουρη, μόνον ὑποψιάζεται τὴν μεγάλη ἀλήθεια, γιὰ τὴν ὁποία ψάχνει τὴν ἐπιβεβαίωσι. Γι’ αὐτὸ ἀμέσως μετὰ περιμένει ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ μιὰ ἀπάντησι στὸ θέμα ποὺ χωρίζει Ἰουδαίους καὶ Σαμαρεῖτες· Ποῦ βρίσκεται τὸ σωστὸ γιὰ τὴν λατρεία τοῦ Θεοῦ; Στὴν ἄποψι τῶν Ἰουδαίων ποὺ προσκυνοῦν στὰ Ἰεροσόλυμα, ἢ στοὺς Σαμαρεῖτες ποὺ προσκυνοῦν στὸ δικό τους ὄρος; Ἀλλὰ μέσα στὸ ἐρώτημα ὑπάρχει καὶ τὸ πολὺ σημαντικό, ὅταν λέγει· «Οἱ πατέρες ἡμῶν». Αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ τῶν πατέρων, ποὺ τὴν δένει στὴν θρησκευτικὴ παράδοσι, φανερώνει ὅτι ἡ γυναῖκα αὐτὴ δὲν εἶναι αὐτονομημένη καὶ ἀποκομμένη. Κινεῖται μέσα στὴν θρησκευτικὴ κοινότητα, παρὰ τὴν ἄτακτη ζωή της. Ἡ ἀπάντησις τοῦ Κυρίου ἱκανοποίησε τὸ αἴτημα τῆς ψυχῆς της. Καὶ θὰ ὁδηγηθῆ σὲ μία ἄλλη ἀποκάλυψι τῶν θρησκευτικῶν της ἐνδιαφερόντων. Ἀναφέρεται στὴν συνέχεια στὸ πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο μίλησαν ὅλοι οἱ προφῆτες, δηλαδὴ στὸν Μεσσία, ποὺ εἶναι «προσδοκία τῶν ἐθνῶν». Τὸν Μεσσία τὸν περίμεναν οἱ Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ καὶ οἱ Σαμαρεῖτες, καὶ οἱ ἐθνικοί. Τὸν περίμεναν ὅλοι, τὸν περίμενε καὶ ἡ γυναῖκα αὐτή. Καὶ ὄχι μόνον τὸν περίμενε, ἀλλὰ καὶ ἦταν σίγουρη ὅτι ὁ «λεγόμενος Χριστός» θὰ εἶναι σὲ θέσι νὰ λύση ὅλα τὰ προβλήματα καὶ νὰ ἀπαντήση σὲ ὅλα τὰ πνευματικὰ ζητήμα καὶ αἰτὴματα τῶν ἀνθρώπων. Ὁμολογεῖ ὅτι· «Ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος (ὁ Χριστός), ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα». Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὁμολογία της, σὲ μία τόση ἀνοικτὴ καρδιά, πρόθυμη νὰ δεχθῆ τὴν ἀλήθεια, ποὺ περιμένει τὴν ἀλήθεια, ὁ Κύριος δὲν εἶχε κανένα λόγο νὰ κρύβεται. Τῆς ἀποκαλύπτεται μπροστά της. Τῆς λέγει· «Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι». Ἡ καρδιὰ τῆς Σαμαρείτιδος ἦταν «γῆ ἀγαθή», ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ παραβολὴ τοῦ Σπορέως. Καὶ σὲ μιὰ τέτοια γῆ, ὅταν πέφτει ὁ σπόρος, φέρνει «καρπὸν ἑκατονταπλασίονα». Ἀξιώθηκε νὰ συνομιλῆ τόση ὥρα μὲ Ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀγνοοῦσε, ἀλλὰ περίμενε, καὶ ἡ ψυχή της τὸν ἀναζητοῦσε. Σὲ τέτοιες ψυχὲς ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός. Καὶ τώρα, μετὰ τὴν φανέρωσι τοῦ Ἰησοῦ ἡ γυναῖκα ἄλλαξε. Δὲν ἀντέχει νὰ κρατάη ὡς μυστικὸ τὴν γνωριμία μὲ τὸν Χριστό. Ξέχασε ὅτι ἦρθε στὸ πηγάδι γιὰ νὰ πάρη νερό. Τώρα βρῆκε τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ξεδίψασε πλέον ἡ καρδιά της καὶ τρέχει νὰ κηρύξη τὸν Χριστό. Δὲν πῆρε μαζί της οὔτε τὴν στάμνα της. Ἐξ ἄλλου αὐτὴ ἡ πήλινη στὰμνα δὲν χωράει, οὔτε βαστάει, τό «ὕδωρ τὸ ζῶν». Λέγει ὁ εὐαγγελιστής· «Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· Δεῦτε, ἴδετε ἄνθρωπον, ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὖτός ἐστιν ὁ Χριστός;» Ἡ Σαμαρείτιδα ἔγινα τώρα Ἰσαπόστολος. Κηρύττει τὸν Ἰησοῦ στοὺς συγχωριανούς της. Τοὺς εἶπε· «Δεῦτε, ἴδετε», ὅπως εἶπε ὁ Φίλιππος στὸν Ναθαναὴλ τό «ἔρχου καὶ ἴδε». Καὶ οἱ Σαμαρεῖτες ἦρθαν καὶ εἶδαν καὶ ἐπίστευσαν, καὶ μάλιστα παρεκάλεσαν τὸν Κύριο νὰ μείνη μαζί τους, καὶ αὐτός «ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. Καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ».
Ἡ συνάντησις τῆς γυναικὸς μὲ τὸν Ἰησοῦ εἶναι κρίσιμο σημεῖο στὴν ζωή της. Μετὰ τὴν συνάντησι ἡ γυναῖκα ἄλλαξε. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ περίπτωσις, γιὰ νὰ δοῦμε καὶ ἐμεῖς τὴν δύναμι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸν ἄνθρωπο τόν «ἀλλοιώνει», τὸν μεταβάλει, τὸν ἀλλάζει. Ἡ Σαμαρείτιδα ἀπὸ ἁμαρτωλὴ γίνεται Ἰσαπόστολος. Αὐτὴ ποὺ πήγαινε γιὰ νερὸ τὸ μεσημέρι, γιὰ νὰ μὴν τὴν βλέπουν, τώρα μὲ παρρησία κηρύττει τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καί, ἀφοῦ πρῶτα φώτισε τὴν οἰκογένειά της, περιώδευσε στὸν κόσμο κηρύττοντας, Καὶ ἐπισφράγισε τὸ ἔργο της μὲ τὸ μαρτυρικὸ θάνατό της.
Φωτεινὴ ἡ Σαμαρείτιδα καὶ Ἰσαπόστολος, προβάλλεται ἀπὸ τὴν ἁγία Ἐκκλησία μας, διότι ἐπιβεβαιώνει τὴν δύναμι τοῦ ἀναστάντος Κυρίου καὶ τὴν ἐπενέργεια τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στὴν ζωὴ τῶν πιστῶν.