Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Η ΑΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ


Κλείνοντας τὸ σχόλιο τοῦ προηγουμένου τεύχους ἔγραψα· Κυριακὴ, ἁγία ἡμέρα. Συμπληρώνω σήμερα· Καὶ ἀργία.
Ἡ ἐπίδρασις τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας ἔφθασε μέχρι τὴν κρατικὴ νομοθεσία. Πρῶτος ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος εἶναι αὐτὸς ποὺ καθιέρωσε νομοθετικὰ τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς. Καὶ ἔδωσε ἔτσι μία ἀνάσα στοὺς σκληρὰ ἐργαζομένους, νομοθετώντας μία ἡμέρα ἀναπαύσεως μέσα στὴν ἑβδομάδα. Τότε, τὸ ξέρετε ὅλοι, δὲν ἴσχυε κανένα ὀκτάωρο ἐργασία. Ἡ ἀνατολὴ καὶ ἡ δύσις τοῦ ἡλίου, ἢ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, καθόριζε τὸ ὡράριο ἐργασίας.
Αὐτὸν  τὸν φιλεργατικὸ καὶ προοδευτικὸ νόμο τοῦ Μ.Κ. ἔρχονται οἱ «οἱ προοδευτικοί» μας νὰ καταργήσουν. Ἐπικαλοῦνται δὲ τὴν οἰκονομικὴ κρίσι, τὴν ἀνάγκη τάχα γιὰ ἀνάπτυξι, τὴν ἀναθέρμανσι τῆς οἰκονομίας, κτλ. Βεβαίως εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς μὲ τόση ἀνεργία καὶ θεαματικὰ θανάσιμες περικοπὲς τῶν εἰσοδημάτων, δὲν προλαβαίνουν οἱ πολῖτες νὰ ξοδεύουν στὴν ἀγορὰ ἕξι ἡμέρες καὶ χρειάζονται καὶ τὴν ἕβδομη ἡμέρα, τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, νὰ τὴν κάνουν ἡμέρα ἀγορᾶς! Θὰ σᾶς θυμίσω ὅτι μὲ τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα, πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια καθιερώθηκε τὸ πενθήμερο. Καὶ εἴχαμε ὑποψιαστεῖ ἀπὸ τότε ὅτι πρόκειται γιὰ σχέδιο σιωνιστικό, ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε στὴν κατάργησι τῆς ἀργἰας τῆς Κυριακῆς. Διότι μᾶς ἦταν δύσκολο νὰ ἀποδεχθοῦμε ὅτι τὸ «κεφάλαιο» λυπήθηκε τὸν ἐργάτη καὶ τοῦ ἔκανε τὴν ἑξαήμερη ἑβδομάδα ἐργασίας πενθήμερο. Πιστεύω ὅτι τὸ σχέδιο ἐντάσσεται στὸν ὑπουλο πόλεμο κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Δεῖτε καὶ πιὸ πέρα καὶ θὰ βεβαιωθεῖτε. Ὁ κυριακάτικος ἐκκλησιασμὸς τῶν μαθητῶν καταργήθηκε ἐπίσημα. Τώρα προωθεῖται συστηματικὰ ἡ κατάργησις καὶ παρεμπόδισις τοῦ κυριακάτικου ἐκκλησιασμοῦ καὶ γιὰ τοὺς ἐργαζομένους στὸν ἰδιωτικὸ τομέα. Βεβαίως τὸ Σάββατο θὰ παραμείνη, ἀλλὰ ἡ ἀργία τῶν χριστιανῶν θὰ καταργηθῆ.
Ἡ Κυριακὴ στὴν Ἑλλάδα δὲν θὰ εἶναι οὔτε ἁγία ἡμέρα τοῦ Κυρίου οὔτε ἀργία ἡμέρα γιὰ τοὺς ἐργαζομένους. Καὶ μὲ βεβαιότητα ἡ ἐργάσιμη Κυρακὴ δὲν πρόκειται σὲ καμμία περίπτωσι νὰ ὁδηγήση σὲ ἀνάκαμψι τῆς οἰκονομίας.
Θὰ φωνάζω· Χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ δὲν ὑπάρχει προκοπή.
    

      Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ " ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ" τεῦχος Μαρτίου
        Δημητρίου Π. Ρίζου
        Θεολόγου  Φιλολόγου
Η ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Μικρὸς ἄκουσα στὸ Κατηχητικὸ γιὰ μία οἰκογένεια πτωχῶν ποὺ ζητιάνευε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Κάποιος περαστικὸς σταμάτησε καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι νὰ τοὺς βοηθήση. Μὲ ἔκπληξι καὶ χαρὰ διαπίστωσαν ὅτι εἶχαν στὰ χέρι τους ἕξι χρυσὰ νομίσματα. Εἴχαν λύσει τὸ πρόβλημά τους. Ὅμως σὲ λίγο πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό τους ἕνας λογισμός. Αὐτὸς ὁ ξένος γιὰ νὰ μᾶς δίδη ἕξι χρυσὰ νομίσματα, ποιὸς ξέρει πόσα ἔχει! Καὶ ἀμέσως ἔτρεξαν νὰ τὸν προλάβουν. Τὸν ἔφτασαν καὶ τὸν κακοποίησαν. Τὸν ἐρεύνησαν καὶ διαπίστωσαν ἀπογοητευμένοι ὅτι εἶχε μόνον ἕνα χρυσό νόμισμα στὰ ροῦχα του.
Ἡ ἱστορία εἶναι παραβολικὴ. Οἱ ζήτουλες εἴμαστε ἐμεῖς. Ὁ ξένος φιλάνθρωπος εἶναι ὁ Θεός. Τὰ ἕξι νοσμίσματα εἶναι οἱ ἕξι ἐργάσιμες ἡμέρες ποὺ μᾶς ἔδωσε ἀπὸ φιλανθρωπία. Ἐμεῖς ὡς ἀχάριστοι  τὸν κακοποιοῦμε γιὰ νὰ πάρουμε περισσότερα, ποὺ εἶναι μόνο μία ἡμέρα, ἡ Κυριακή. Ὁ Θεὸς κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του μόνο μία ἡμέρα. Σὲ μᾶς ἔδωσε ἕξι καὶ θέλομε οἱ ἀχάριστοι νὰ τοῦ ἀφαιρέσουμε τὴν μία δίκη του.
Ἐργάσθηκε ὁ Κύριος ἕξι ἡμέρες γιὰ νὰ δημιουργήση τὸν κόσμο. Ὅταν ὁλοκλήρωσε τὴν δημιουργία, τὴν ἕβδομη ἡμέρα ἀναπαύθηκε. Αὐτὸς ὁ Δημιουργὸς νομοθέτησε στὴν συνέχεια νὰ ἐργάζεται ὁ ἄνθρωπος, γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς βιωτικὲς του ἀνάγκες, ἕξι ἡμέρες. Ἀλλὰ ζητάει τὴν ἕβδομη νὰ τὴν διαθέτωμε γιὰ τὴν δική του λατρεία. Μᾶς δίδει ἕξι ἡμέρες γιὰ μᾶς, καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του κρατάει μία. Εὐλογημένος ὁ κόπος τῶν ἕξι ἡμερῶν νὰ καλύψη τὶς ἀνάγκες μας. Μία ἡμέρα νὰ μὴ διαθέσωμε γιὰ τὸν εὐεργέτη μας; Μᾶς δίδει τὴ δυνατότα νὰ τὸν εὐχαριστήσωμε, νὰ τὸν τιμήσωμε, νὰ ἀναπαυθοῦμε. Εἶναι ἡ εὐκαιρία νὰ δοῦμε καὶ νὰ ἐνδιαφερθοῦμε πέρα ἀπὸ τὶς βιωτικὲς ἀνάγκες καὶ τὶς ἄλλες ἀνάγκες ποὺ ἔχομε ὡς λογικὰ ὄντα. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνο ὕλη, εἶναι καὶ πνεῦμα. Γιὰ τὸ ὑλικὸ μέρος μας, τὸ φθαρτὸ καὶ παροδικό, δίδει ὁ Κύριος τὶς ἕξι ἡμέρες, γιὰ τὴν ψυχή μας, ποὺ εἶναι τὸ αἰώνιο καὶ ἀθάνατο ζητάει τὴν ἡμέρα του. Τοῦ τὴν ὀφείλομε. Μᾶλλον τὴν ὀφείλομε στὴν ψυχή μας. Ἡ ψυχή μας ἔχει ἀνάγκη νὰ συναντήση τὸν Κύριό της. Στὸν ναό, στὴν προσευχὴ, στὴν μελέτη τοῦ Λόγου, στὴν ἀκρόασι τῆς διδαχῆς, στὴν φροντίδα τοῦ πλησίον. Δὲν ὑπάρχουν μόνο βιωτικὲς ἀνάγκες, ὑπάρχουν καὶ πνευματικὲς. Ἡ Κυριακὴ, ἁγία Ἡμέρα!


 Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ " ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ" τεῦχος Φεβρουαρίου
      Δημητρίου Π. Ρίζου
      Θεολόγου  Φιλολόγου

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ  ΚΥΡΙΑΚΗΣ
3-3-2013
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΔΕΚΑΤΗ ΕΒΔΟΜΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ (Λκ 15,11-32)

  τοῦ Ἀσώτου


Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούγεται τὴν δεύτερη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου. Εἶναι ἐκτενής, καὶ γι’ αὐτὸ θὰ ἀποφύγομε τὴν ἀπόδοσί της σὲ ἁπλᾶ λόγια, ὅπως κάμναμε μέχρι τώρα, καὶ ἀμέσως ἐντοπίζομε σημεῖα της ποὺ πρέπει νὰ τονισθοῦν. Καὶ μακάρι νὰ μπορούσαμε νὰ δοῦμε τὴν παραβολὴ σὲ ὅλο της τὸ βάθος. Ὅμως ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνη, θὰ ὑπογραμμίσωμε μερικὰ μόνον σημεῖα.
Κάθε φορὰ ποὺ ἀναφέρομαι στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, μέσα μου φουντώνει ἡ ἀνάγκη γιὰ εὐγνωμοσύνη καὶ εὐχαριστία καὶ δοξολογία τοῦ ἁγίου Θεοῦ, ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε τὸ ἄπειρο ἔλεός τους πρὸς ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς. Αὐτὸ τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ οὐσία αὐτῆς τῆς παραβολῆς. Δόξα τῷ Θεῷ ὑπάρχει ἐλπίδα καὶ γιὰ μᾶς! Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Πατέρας δέχθηκε τὸν ἄσωτο υἱό του καὶ τὸν ἀποκατέστησε στὴν πρώτη ἔνδοξη θέσι του, μποροῦμε ὅλοι νὰ ἐλπίζωμε στὴν σωτηρία. Γι’ αὐτὸ θέλω νὰ εὐχαριστῶ τὸν φιλάνθρωπο καὶ ἐλεήμονα ἅγιο Θεό μας.
Ὁ νεώτερος υἱὸς ἔφυγε, ἀπομακρύνθηκε, ἀπὸ τὸν Πατέρα του, πέρνοντας μαζί του καὶ τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ τοῦ ἀναλογοῦσε. Αὐτὸ εἶναι ἕνα σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ τονισθῆ. Αὐτὴν τὴν κίνησι ἀνταρσίας τὴν κάνομε ὅλοι μας. Ὅλοι μας μὲ τὶς ἁμαρτίες μας ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀποστατοῦμε. Ὁ πατέρας θὰ μποροῦσε νὰ μὴ δώση τίποτε στὸν υἱό, ποὺ ξαφνικὰ ἀποφάσισε νὰ φύγη. Ἡ περιουσία εἶναι τοῦ πατέρα, καὶ τὴν διαχειρίζεται ὅπως θέλει. Καὶ ὅμως, παρά τὴν πικρία του, δὲν τοῦ στέρησε τὰ ἀγαθά. Μὲ δίκαιο τρόπο μοίρασε τὴν περιουσία, καὶ ἄφησε τὸ ἄπειρο καὶ ἄβγαλτο παιδί του νὰ πράξη κατὰ τὴν ἐπιθυμία του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγαπητικὴ συμπεριφορὰ τοῦ πατέρα. Ἂς σκεφθοῦμε γιὰ λίγο μία κατάστασι. Φαντάζεσθε πῶς θὰ εἴμασταν, ἂν, σὲ ὅλους ἐμᾶς ποὺ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν οὐράνιο πατέρα, μᾶς στεροῦσε τὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς; Εὐτυχῶς δὲν τὸ κάνει αὐτὸ, ἀλλὰ μᾶς ἀφήνει νὰ ἀπολαμβάνωμε τὰ ἀγαθά, καὶ περιμένει. Τί περιμένει;
Ὁ νεώτερος υἱὸς ἔφυγε καὶ σκόρπισε τὴν περιουσία. Ἀπὸ παιδί πλουσίου πατέρα κατήντησε νὰ βόσκη χοίρους. Ὁ Κύριος εὐλογεῖ κάθε τίμια δουλειά. Τὸ νὰ εἶσαι βοσκός δὲν εἶναι καθόλου κακό. Ὅμως στὴν παραβολὴ ἐπέλεξε τὸν χοιροβοσκό, γιὰ νὰ τονίση τὴν κατάντια ὅσων ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν πατέρα. Τὸ χοιρινὸ τὸ ἀπαγορεύει ὁ μωσαϊκὸς νόμος. Ἔτσι φαίνεται ὅτι ὁ υἱός, ποὺ ἀπομακρύνθηκε, στράφηκε τελικὰ κατὰ τοῦ νόμου ποὺ θέσπισε ὁ πατέρας. Ἐκεῖ ὁδηγεῖ ἡ ἁμαρτία. Μᾶς κάνει ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς ἐξαθλιώνει. Νομίζομε ὅτι μακρυὰ καὶ χωρὶς τὸν Θεό θὰ ζήσωμε ὅπως θέλομε, ἀλλὰ καταντοῦμε ἄθλιοι καὶ νηστικοὶ ὑπηρέτες τοῦ κακοῦ. Δὲν βρίσκομε οὔτε ξυλοκέρατα γιὰ νὰ λύσωμε τὴν πεῖνα. Μᾶς ἀφήνει ὁ Θεός νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ κοντά του, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει. Μᾶς ἀφήνει νὰ «τσακισθοῦμε», ἀλλὰ καὶ μᾶς περιμένει. Τόση εἶναι ἡ ἀγάπη του. Ὁ ἄσωτος σὲ κάποια στιγμὴ φωτίσθηκε. «Ἦλθε εἰς ἑαυτόν». Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐλογημένη ὥρα. Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος διαπιστώνει τὴν κατάντιά του, τὴν φτώχεια του, τὴν λανθασμένη πορεία τῆς ζωῆς του μακρυὰ ἀπὸ τὸν Πατέρα. Εἶδε τὰ κουρέλια του ὁ ἄσωτος, καὶ θυμήθηκε τὰ πολύτιμα ἐνδύματα ποὺ κάποτε φοροῦσε. Μάζεψε ὅσα ξυλοκέρατα ἔπεφταν ἀπὸ τὰ στόματα τῶν χοίρων, γιὰ νὰ χορτάση τὴν πεῖνα του, καὶ θυμήθηκε τὰ πλούσια τραπέζια στὸ πατρικὸ σπίτι. Διαπίστωσε ὅτι πατάει σὲ ἄθλιο καὶ δυσῶδες ἔδαφος καὶ ἀναμνήσθηκε τὸ πρότερον περιβάλλον. Κατάλαβε πόσο σκληρὰ τοῦ φέρεται ὁ ἐργοδότης του καὶ τὸν σύγκρινε μὲ τὴν στάσι τοῦ πατέρα του. Καὶ πῆρε τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφασι νὰ γυρίση πίσω στὸν Πατέρα.
Δὲν ὑπάρχει ἄλλη πολυτιμότερη στιγμὴ στὴν ζωή μας. Αὐτὴ εἶναι ὅταν ἀνοίγουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ διαπιστώνομε τὴν ἀθλιότητα στὴν ὁποία μᾶς ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία. Καὶ μετὰ τὴν διαπίστωσι ἔρχεται ἡ ἀπόφασι γιὰ τὴν ἐπιστροφή. Ἡ ἀναγνώρισις τοῦ λάθους μας καὶ ἡ ἀπόφασις γιὰ ἐπανόρθωσι εἶναι ἡ ὥρα τῆς σωτηρίας, ἡ εὐλογημένη ὥρα. Ἡ ἁμαρτία δὲν μᾶς ἀφήνει εὔκολα νὰ διακρίνωμε σωστὰ τὰ πράγματα. Φροντίζει πάντα νὰ μᾶς παρουσιάζει τὴν ἀπομάκρυνσι ἀπὸ τὸν πατέρα ὡς ἐλευθερία, τὴν μή τήρησι τῶν ἐντολῶν ὡς δικαίωμα ζωῆς, τὴν σπατάλη τῶν πατρικῶν ἀγαθῶν ὡς ἀπόλαυσι τῆς ζωῆς. Τὰ ξυλοκέρατα, ἡ τροφὴ τοῦ ἀσώτου, εἶναι καρπὸς ποὺ ἡ ἀρχική του γεύσις εἶναι γλυκειά, ἀλλὰ στιγμιαία, διότι ἀκολουθεῖ ἡ πίκρα, ἡ στιφότητα, ἡ ἀπογήτευσις. Ἔτσι τὰ ξυλοκέρατα γίνονται ἠ τέλεια εἰκόνα τῆς ἁμαρτίας. Τὰ ξυλοκέρατα δὲν χορταίνουν τὸν ἄνθρωπο, οὔτε ἡ ἁμαρτία δίνει στὸν ἄνθρωπο πληρότητα. Ὅσο πιὸ πολύ ὑπηρετεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἁμαρτία τόσο περισσότερο νοιώθει ἄδειος καὶ ἀπογητευμένος. Τότε γιατὶ παραμένει στὸ κακό; Διότι πέφτει μπροστὰ στὰ μάτια μία σκότωσις καὶ ὁ δυστυχὴς δὲν μπορεῖ νὰ διακρίνη καὶ νὰ ἀντιληφθῆ τὴν κατάστασι. Λέμε, δὲν τὸν ἀφήνει ἡ ἁμαρτία! Μακάρι νὰ «ἔλθωμεν εἰς ἑαυτούς». Νὰ περάσωμε αὐτὴν τὴν κρίσιμη καὶ σωτήρια καμπή, καὶ νὰ πάρωμε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.
Μὲ μία σιγουριὰ καὶ βεβαιότητα ὅτι ὁ οὐράνιος πατέρας μᾶς περιμένει. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀκόμη σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ προσέξωμε. Στὴν παραβολὴ φαίνεται παραστατικὰ ὁ πατέρας νὰ περιμένη· «Ἔτι αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν» Καὶ ὅταν διέκρινε στὸ βάθος τοῦ δρόμου τὸν υἱό του νὰ ἐπιστρέφη, κατέβηκε ἀπὸ τὴν θέσι του καὶ βγῆκε νὰ τὸν προϋπαντήση. Τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν κατεφίλησε. Αὐτὴ εἶναι θεϊκὴ ἀγάπη. Τὸν περίμενε καὶ τὸν δέχθηκε στὴν ἀγκαλιά του. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοῦ φορέσουν τὴν πρώτη στολή, σανδάλια καὶ δακτυλίδι, καὶ νὰ γίνη χαρά στὸ σπίτι. Πραγματικὰ, λέγει ὁ Κύριος, «χαρὰ ἐν τῷ οὐρανῷ γίνεται καὶ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». Ἡ ἀποκατάστασις εἶναι πλήρης, ὁλοκληρωτική. Ἐπέστρεψε ὁ ἄσωτος καὶ βρέθηκε «εἰς τὴν ἀρχαίαν μακαριότητα». Προσέξτε ὅτι δὲν τὸν ρώτησε, ποῦ ἦταν, ποῦ πῆγε, ποῦ ξόδεψε καὶ σπατάλησε τὴν περιουσία, καὶ ποῦ ἀσώτευσε τὴν ζωή του. Ὁ Πατέρας χάρηκε γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ υἱοῦ του. Ὁ Πατέρας αὐτὸ ἀκριβῶς θέλει· Τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ υἱοῦ του. Θέλει τὴν μετάνοιά μας, τὴν ἐπιστροφή μας κοντά του, καὶ εἶναι στὴν βούλησί του καὶ ἡ δική μας ἀποκατάστασι.
Μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου ἀποκαλύπτει ὁ οὐράνιος Πατέρας μας πόσο μᾶς ἀγαπάει καὶ πόσο θέλει τὴν σωτηρία μας. Ἀποκαλύπτει ἀκόμα τὸν δρόμο ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμε, γιὰ νὰ βρεθοῦμε πάλι κοντά του. Χαράζει τὸν δρόμο τῆς μετανοίας, καὶ κυρίως τονίζει ὅτι μᾶς περιμένει, ὄχι γιὰ νὰ μᾶς ἀνακρίνη, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαταστήση.